Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Η ιδεολογικοποίηση της Ιστορίας και η ρεαλιστική στρατηγική στο θέμα της σχέσης μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Δυο αντιμαχόμενες έννοιες

Η ιδεολογικοποίηση της Ιστορίας και η έννοια της ιστορικής διαστρέβλωσης

Αφού ασχοληθήκαμε στην προηγούμενη ανάρτηση με την επικαιρότητα και τα κοσμοθεωρητικά πλαίσια μέσα στα οποία θεμελιώνεται το ευρωπαϊκό εγχείρημα αλλά και τις διαφωνίες που εγείρονται γύρω απ' αυτήν την πορεία, ιδίως τα τελευταία χρόνια, στην παρούσα ανάρτηση επέλεξα ν' ασχοληθώ μ' ένα καθαρά ιστορικό ζήτημα, τ' οποίο όμως παρουσιάζει προεκτάσεις μέχρι την σύγχρονη εποχή. Είναι ευρέως γνωστό πως η ιστορική διαμάχη που κυριάρχησε στην παγκόσμια Ιστορία τον τελευταίο περίπου αιώνα, έφερε τον χαρακτήρα ενός ιδεολογικού πολέμου, όπου οι αντίπαλοι είτε άμεσα με τα όπλα(Β' παγκόσμιος πόλεμος), είτε έμμεσα μέσω της εγκαθίδρυσης φίλια κείμενων πολιτικών συστημάτων προς τον δικό τους ιδεολογικό προσανατολισμό(Ψυχρός πόλεμος), προσπαθούσαν να εξολοθρεύσουν το αντίπαλον δεός και να καθιερώσουν την κυριαρχία τους στο διεθνές σύστημα. Η διαμάχη αυτή αφορά την ύπαρξη των 3 πολιτικών θεωρίων και της σύγκρουσής τους τον περασμένο αιώνα, δηλαδή του Φιλελευθερισμού, του Σοσιαλισμού και του Ναζισμού-Φασισμού. Για λόγους πρακτικότητας και οικονομίας, θα χωριστεί η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία σε δύο βασικές περιόδους, εκ των οποίων θ' ασχοληθούμε με την φάση 1937-1939 από την πρώτη και με τ' αποτελέσματά αυτής στην δεύτερη φάση που τοποθετείται περίπου μετά την δεκαετία του 1950, κορυφώνονται στην ρητορική των πολιτικών κομμάτων κατά τα 1980 και μπορούμε ν' ανιχνεύσουμε στίγματα τους μέχρι και σήμερα.
Και μέσα απ' αυτήν την πρόχειρη περιοδολόγηση, όλοι μπορούμε σίγουρα ν' ανασύρουμε από την μνήμη μας φράσεις, θεωρήματα ή ακόμα και αναλύσεις που να παρουσιάζουν τις πολιτικές θεωρίες του σοσιαλισμού και του ναζισμού ως όμοιες ή ακόμα και ίδιες αλλά με τυπικές διαφοροποιήσεις ως προς το "χρώμα" ή ως προς τις φιγούρες που τις υποστήριξαν, ενώ σκόπιμα παραλείπεται ν' αναφερθεί αφ' ενός η χαώδης διαφορά ανάμεσα τόσο στον ιδεολογικό πυρήνα του ναζισμού όσο και στον αντίστοιχο του σοσιαλισμού. Κατ' αντιστοιχία παρατηρούμε το ίδιο και στον ακαδημαϊκό χώρο και σ' αναλύσεις που αφορούν το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ και τα χρόνια μετά απ' αυτό.



Οι στρατηγικοί προσανατολισμοί Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης κατά την δεκαετία του 1930


Όπως είναι ιστορικά γνωστό η Γερμανία ήδη από το 1933 βρισκόταν υπό την ηγεσία του ναζιστή ηγέτη Χίτλερ και του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος NSDAP, οπότε και η εξωτερική πολιτική της επικεντρωνόταν γύρω από 3 βασικούς ιδεολογικοπολιτικούς πυλώνες. Τον ρεβανσισμό απέναντι στην εκμηδενιστική στάση των δυνάμεων της Αντάντ που επέβαλλαν σκληρούς όρους στην Γερμανία μετά την ήττα της στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, την απαραίτητη εξασφάλιση ζωτικού χώρου για την Γερμανία με την παράλληλη ανάδειξη της ανωτερότητας του γερμανικού άριου γένους και εν τέλει την ιδεολογική και στρατηγική κυριαρχία της απέναντι στους βασικούς ηπειρωτικούς της αντιπάλους από δυτικά και ανατολικά, δηλαδή την Γαλλία και την Σοβιετική Ένωση[1], ενώ επιθυμούσε και την εκθρόνιση της Μεγάλης Βρετανίας από την πρωτοκαθεδρία της στις θάλασσες και την συνολική της κατάρρευση τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά[2]. 
Από την άλλη η ΕΣΣΔ(πολιτική οντότητα που κατείχε την θέση που κατείχε η Ρώσικη αυτοκρατορία), ήταν ένα ριζοσπαστικό πολιτικό και ιδεολογικό μόρφωμα, τ' οποίο αφ' ενός αποζητούσε την θεμελίωσή του στον παγκόσμιο χάρτη ως μια ηγεμονική δύναμη και αφ' ετέρου επεδίωκε την διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών, ως η "μητέρα-πατρίδα" των προλετάριων, στην ηπειρωτική Ευρώπη και την συνολική κατάρρευση όλων των δυτικών αστικών δημοκρατιών. Απ' αυτήν την άποψη η ΕΣΣΔ θεωρήθηκε μια χώρα εχθρική τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο, εφόσον επιθυμούσε την εκ θεμελίων αναθεώρηση της δυτικής ηγεμονίας τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά και στρατιωτικά. Εξ' άλλου και ο εμβληματικός ηγέτης του Ηνωμένου Βασιλείου, W. Churchill σε παλαιότερο λόγο του είχε θεωρήσει την Σοβιετική Ένωση ως μέγιστη και θανάσιμη απειλή της ευρωπαϊκής ισορροπίας ισχύος ενώ την παρουσίαζε ως ένα "γεγονός ξένο και περιθωριακό προς την ανθρώπινη ιστορία"[3].
Τα δύο αυτά κράτη είχαν κοινές αλλά ιδιότροπες διπλωματικές σχέσεις από τον 19ο αιώνα και πριν ακόμα σχηματιστεί η Γερμανική αυτοκρατορία, όταν και ήρθαν σε συμμαχία για ν' αντιμετωπίσουν την Γαλλική ηγεμονία στην Ευρώπη με τους ναπολεόντειους πολέμους. Οι σχέσεις τους χαρακτηρίστηκαν από πολλούς ως μια "θανάσιμη φιλία" και αυτό το ιδιόμορφο σχόλιο μπορούσε ν' αναγνωσθεί με δύο τρόπους, αφ' ενός όπως ιστορικά αποδείχθηκε, η Γερμανία και η Ρωσία συγκρούστηκαν σφοδρά μέσα στον 20ο αιώνα αφήνοντας τα περισσότερα θύματα στο ανατολικό μέτωπο του Α' παγκοσμίου πολέμου αλλά κυρίως στον Β' παγκόσμιο πόλεμο, ενώ αφ' ετέρου η δυνητική συμμαχία τους και σε στρατιωτικό επίπεδο και η αμοιβαία αναγνώριση του κοινού συμφέροντος θα επιβεβαίωνε τις θεωρίες του Spykman σχετικά με την κυριαρχία στην Παγκόσμια νήσο μέσω του ελέγχου μεγάλου μέρους του Heartland καθώς και ενός ακόμα ηπειρωτικού κράτους απο την περιοχή του rimland που θ' αναχαίτιζε τις επεκτατικές βλέψεις μιας αναθεωρητικής δύναμης.Το συγκεκριμένο κράτος, το οποίο  θα βρισκόταν στο Rimland θα λειτουργούσε σαν "σφουγγάρι" απορρόφησης κρίσεων τόσο απο την Ευρασιατική Ήπειρό όσο και από τους υπερπόντιους κατακτητές, είτε Βρετανούς είτε τους Αμερικανούς αργότερα[4].

 Ιδιαίτερα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και επί της Καγκελαρίας Μπίσμαρκ υπεγράφη η συμφωνία των αυτοκρατόρων(Legion of the Emperors), το 1873 μεταξύ Αυστρίας-Ουγγαρίας, Γερμανίας και Ρωσίας, ως μια προσπάθεια ελέγχου και απομόνωσης της Γαλλίας αλλά και εξομάλυνσης της σχέσης μεταξύ Ρωσίας-Αυστρο-Ουγγαρίας λόγω του ανταγωνισμού για την επιρροή στα Βαλκάνια. Ακόμα περισσότερο το 1887 ο Μπίσμαρκ, όντας ρεαλιστής και διορατικός πολιτικός υπέγραψε την συνθήκη των αμοιβαίων εγγυήσεων και της ουδετερότητας με την Ρωσία, θεωρώντας πως έτσι θα σχηματιστεί ένας ηγεμονικός συνασπισμός μεταξύ των δυο ισχυρότερων ηπειρωτικών κρατών της Ευρώπης με κοινό παρονομαστή την αυτοκρατορική ταυτότητα και του Γερμανικού Ράϊχ αλλά και της Ρωσικής αυτοκρατορίας, ο οποίος θα εγκλώβιζε αφ'ενός την νησιωτική Βρετανία σε λιγοστές επιλογές και αφ' ετέρου θα περιόριζε ακόμα περισσότερο την ήδη εξασθενημένη Γαλλία[5]. Οι συνεχιστές του Μπίσμαρκ απέτυχαν να διακρίνουν σωστά τις ιστορικές αυτές συνθήκες και να συνεχίσουν την συμφωνία του 1887 και το 1890, όταν και το ζήτησε η ρώσικη πλευρά, θεωρώντας πως η Γερμανία έχει αντίθετα συμφέροντα με την Ρωσία και πως θα έπρεπε να κυνηγήσουν την αναθεώρηση του status quo μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτή η πολιτική σε συνδυασμό με την σταδιακή εξομάλυνση των Αγγλορωσικών σχέσεων με την τελική συμφωνία του 1907, θεωρήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως μια από τις βασικές αιτίες της ήττας του 1918. Παρ' όλα αυτά, οι δύο χώρες αναγνωρίζοντας τους κοινούς στρατηγικούς τους προσανατολισμούς καθώς και τον ηπειρωτικό τους χαρακτήρα, βλέποντας επίσης την αλαζονική συμπεριφορά των αποικιακών αυτοκρατοριών της Γαλλίας και της Βρετανίας αλλά και την σταδιακή άνοδο των ΗΠΑ, που ακόμα ήταν περιφερειακή δύναμη αλλά η εμπλοκή τους στον Α' παγκόσμιο πόλεμο τους ανέδειξε σ' ένα δυνητικά ισχυρό κράτος, επέλεξαν να εξομαλύνoυν τις μεταξύ τους διαφορές που προέκυψαν από το άρθρο 116 των Βερσαλλιών[6][7] και αρχικά από την συνθήκη ειρήνης του Μπρέστ-Λιτόφσκ μέσω της υπογραφής της συνθήκης του Ράππαλο το 1922, βάσει της οποία τα δύο αυτά κράτη "παραιτούνταν απ' οποιαδήποτε διεκδίκηση είχαν τα προηγούμενα χρόνια". Ακόμα περισσότερο ως επισφράγισμα των στρατηγικών σκοπών της μη επίθεσης μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης, ήρθε το 1926 και συνθήκη του Βερολίνου που ανανέωνε το Ράππαλο και στόχευε στην περαιτέρω εξομάλυνση των Γερμανορωσικών σχέσεων. Εκείνη την στιγμή που ζητήθηκε όμως η ανανέωσή της, η Γερμανία βρισκόταν κοντά στην ναζιστικοποίησή της και ο μπολσεβικισμός θεωρήθηκε θανάσιμος και μισητός εχθρός του γερμανικού έθνους ενώ ταυτίστηκε με τους Εβραίους.
Έχοντας γνώση της ιστορικής αυτής συγκυρίας καθώς και των καταβολών, ιδεολογικών κυρίως αλλά και στρατηγικών, των δύο αυτών ιστορικών δρώντων, πλέον μπορούμε να προχωρήσουμε στην αποδόμηση της διαστρεβλωμένης ανάγνωσης της Ιστορίας με στόχο την εξυπηρέτηση εσωτερικών αλλά και εξωτερικών ιδεολογικών σκοπών αλλά και να αποκαταστήσουμε τον πραγματικό χαρακτήρα αυτής της στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας θέτοντας τις σωστές στρατηγικές και γεωπολιτικές βάσεις αυτής της ιδιότροπης σχέσης μεταξύ των δυο προαναφερθέντων κρατών.
Η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας μετά το 1933, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, χαρακτηριζόταν από έντονο ρεβανσισμό και από την θέληση για απόκτηση ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο καθώς είχε αποτύχει να γίνει μια αποικιακή αυτοκρατορία του μεγέθους της Μεγάλης Βρετανίας ή της Γαλλίας. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Αδόλφου Χίτλερ στην Νυρεμβέργη το 1937, πως "μόνο κάποιος τρελός θα επιθυμούσε τον πόλεμο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο", η Ιστορία μας απέδειξε πως κάτι τέτοιο δινόταν μόνο προς κατανάλωση από τους ευρωπαίους ηγέτες που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στις ευεργετικές λειτουργίες της ΚτΕ καθώς και στις αρχές της αμοιβαιότητας και της καλής πίστεως. Βέβαια η Γερμανία εκείνης της περιόδου δεν είχε καμία αμοιβαία εμπιστοσύνη απέναντι σε κανένα κράτος και γι' αυτό τον λόγο παντού στα σύνορά της έβλεπε διλήμματα ασφαλείας, επιθυμώντας έτσι να επανεξοπλιστεί και να ενσωματώσει όλους τους αλύτρωτους γερμανικούς πληθυσμούς στην επικράτεια της, ενώ ο πνευματικός και φυσικός της ηγέτης εξηγούσε πως "κάποια στιγμή θα χρειαζόταν να ακολουθήσει και επεκτατική στρατηγική γιατί αυτό θα ήταν ηθική επιταγή για τον γερμανικό λαό"[8]. Ιδιαίτερα το ιδεολογικό δόγμα τo οποίο θεμελίωνε μέσα στο δίτομο βιβλίο-αυτοβιογραφία-μανιφέστο του βασιζόταν στην θεμελίωση ενός ανώτερου, καθαρόαιμου και περιούσιου έθνους, τ' οποίο θα εκπλήρωνε τον διττό σκοπό του, δηλαδή να εξολοθρεύσει τους Εβραίους που μόλυναν την ανθρώπινη φυλή αλλά και τους μαρξιστές και μπολσεβίκους, οι οποίοι είχαν εν πολλοίς συγγένεια με τους Εβραίους και προσπαθούσαν να δώσουν ένα "ηχηρό χαστούκι" στις δυτικές δημοκρατίες και να καταλάβουν βίαια την εξουσία, καταλύοντας εξ' ίσου βίαια το αγνό και άριο γερμανικό έθνος[9]. Εξ άλλου και η Γερμανική εξωτερική πολιτική της περιόδου 1918-1933 βρισκόταν ανάμεσα σε συνεχείς αντιπαραθέσεις για το αν θα πρέπει να ακολουθηθεί μια πολιτική ενσωμάτωσης και προσαρμογής στους δυτικούς θεσμούς και στο δυτικό μπλοκ ή αν θα έπρεπε να υπάρξει μια συστράτευση με την ΕΣΣΔ, η οποία ενώ θα έφερε τα χαρακτηριστικά του κομμουνισμού θα ήταν απλώς μια χρησιμοθηρική συμμαχία ενώ υπήρχε και μια μικρή μειοψηφία, κυρίως κομμουνιστών, που υποστήριζε την κατάρρευση της αστικής τάξης και την συνολική ιδεολογική και πολιτική σύμπλευση με την ΕΣΣΔ, ως αντίδραση αφ ενός στην Δύση και αφ ετέρου ως απόπειρα εξαγωγής της επανάστασης[10].
Η Γερμανία όπως φαίνεται μετά το 1933 ακολούθησε τον 2ο δρόμο ενώ πάντα διατηρούσε επιφυλακτική στάση απέναντι στους ρώσους θεωρώντας πως το εξευγενισμένο στοιχείο έχει εκλείψει και την θέση του έχει καταλάβει ο εβραϊκός και μπολσεβίκικος παράγοντας. Ενώ η συμμαχία αυτή φαινόταν να μένει στα χαρτιά και ο Χίτλερ ούτως ή άλλως μέσα στα ιδεολογικά του κείμενα εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους οι Ρώσοι και εν γένει οι Σλάβοι δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης,  αντιθέτως παρέμενε πιστός στην διατήρηση φιλικών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, επιδιώκοντας την ανατροπή του καθεστώτος των Βερσαλλιών και έπειτα, αν και εφόσον του δινόταν η ευκαιρία, θα πραγματοποιούσε επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, όπως εξηγούσε και η θεωρητική προσέγγιση του Max Hoffmann, ενός εκ των κύριων ιδεολόγων του αντισοβιετισμού της εποχής και πρώην διοικητή στο ανατολικό μέτωπο(1914-1917).
Η ναζιστική Γερμανία "ζύγιζε" τις δυνάμεις της και καιροσκοπούσε για την ανατολική της επέκταση, χωρίς όμως να είναι έτοιμη μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1940.


Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ κατά το 1939 και το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ. Η αρχή του Β' παγκοσμίου πολέμου

Ενώ στην προηγούμενη ενότητα του άρθρου είδαμε την ιστορική προέλευση των σχέσεων της Γερμανίας με την Σοβιετική Ένωση, την ιδεολογική διαφοροποίηση μεταξύ κομμουνισμού και ναζισμού αλλά και την στρατηγική προσέγγιση που ακολουθούσαν αυτά τα δύο κράτη μέσω της υλοποίησης συγκεκριμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής καθώς και του πραγματισμού που χαρακτήριζε τους ηγέτες των δύο κρατών, οι οποίοι αναγνώριζαν πως για να σταθούν στα πόδια τους και ν' ανταπεξέλθουν του διεθνούς ανταγωνισμού, θα έπρεπε να προβούν σε τολμηρές κινήσεις, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπ' όψιν τους τις εσωτερικές ιδεολογίες και τους ενδοκρατικούς κομματικούς μηχανισμούς. Η κουβέντα σ' επίπεδο ηγετών είναι κ' αυτή τολμηρή, αλλά η όποια ομοιότητα του Στάλιν με τον Χίτλερ δεν σημαίνει και ιδεολογική ομοιότητα μεταξύ κομμουνισμού και ναζισμού ή ακόμα περισσότερο ταύτιση των θεωρητικών της κάθε κοσμοθεωρίας, δηλαδή του Μάρξ με τον Χίτλερ, Γκέμπελς, Χίμλερ κλπ.
Στην φάση που θα αναλύσουμε σ' αυτήν την ενότητα θα δούμε τα προβλήματα που ταλάνιζαν την σοβιετική εξωτερική πολιτική, τις επιλογές της καθώς και το σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας(Μολότωφ-Ρίμπεντροπ), στις 23 Αυγούστου του 1939 καθώς και τις ενέργειες στρατηγικής που πραγματοποίησε για να μπορέσει να μπει στον πόλεμο με άλλους όρους ούτως ώστε ν' ανταπεξέλθει τόσο στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων όσο και στο μέτωπο της άπω Ανατολής.
Η αλήθεια είναι πως η πολιτική ηγεσία της ΕΣΣΔ αποδεχόταν την γερμανική φιλία ως αναγκαστική στο διπλωματικό πλαίσιο, ενώ αποζητούσε και την θεμελίωση εμπορικών και οικονομικών σχέσεων[11]. Ο Μ. Λιτβίνοφ, ως διπλωμάτης της ΕΣΣΔ και επίτροπος της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης εξήγησε οτι οι γερμανορωσικές σχέσεις κατέχουν μείζονα ρόλο στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, ενώ το ίδιο έτος ο Β. Μολότωφ υπογράμμισε αυτήν την δήλωση λέγοντας πως "δεν υπάρχει κανένας λόγος να σταματήσουμε αυτήν την πολιτική"[12]. Σ' αυτήν την συγκεκριμένη συγκυρία η Σοβιετική Ένωση είχε ν' αντιμετωπίσει στα ανατολικά της σύνορα τον ιαπωνικό επεκτατισμό καθώς και τον αντικομμουνισμό της Ιαπωνικής αυτοκρατορίας. Ήδη από το 1931 οι Ιάπωνες είχαν εγκαταστήσει το φίλια κείμενο ψευδοκράτος της Μαντζουρίας στα ανατολικά σύνορα της Ρωσίας και απειλούσαν άμεσα με εισβολή στα ρωσικά εδάφη. Επιπρόσθετα οι ρώσοι είχαν τις αρνητικές μνήμες του ρωσοϊαπωνικού πολέμου το 1904-05, όπου ήρθε η ταπεινωτική ήττα με πολλές απώλειες και γι' αυτόν τον λόγο δεν επιθυμούσαν την υπέρμετρη εμπλοκή της Ιαπωνίας ενώ ελόχευε και ο κίνδυνος ενός ευρωπαϊκού πολέμου τεράστιας κλίμακας. Μετά από μια σειρά περιστατικών και διπλωματικών ενεργειών φτάνουμε στο 1936, χρονιά που σηματοδοτεί την έναρξη διπλωματικών ομιλιών μεταξύ Γερμανίας και Ιαπωνίας(το περίφημο Anti-commintern Pact), την επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας κατά παράβαση της συνθήκης των Βερσαλλιών καθώς και στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ βρισκόμαστε σε περίοδο της μεγάλης εκκαθάρισης, όπου το καθεστώς προβαίνει σε μαζικές διώξεις και εκτελέσεις τόσο απλών ανθρώπων που κατηγορήθηκαν ως αντιφρονούντες, όσο και σε εκκαθαρίσεις ηρώων της μεγάλης Οκτωβριανής επανάστασης που θεωρήθηκαν επικίνδυνοι για τον Στάλιν. Η περίοδος αυτή συνολικά αποτελεί και την τελευταία χρονολογικά φάση που θα δούμε ραγδαίες κινήσεις στο διπλωματικό πεδίο ενώ πλέον τα πράγματα στρατιωτικοποιούνται ταχύτατα.
Στην παρούσα συγκυρία τα πράγματα αρχίζουν να οδηγούνται σε αδιέξοδο, η στρατιωτικοποίηση των χωρών έχει αρχίσει να κορυφώνεται και πλέον φαίνεται να σχηματίζονται δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Η πορεία της ΕΣΣΔ είναι ουδέτερη ενώ προσπαθεί να κρατήσει τις εύθραυστες ισορροπίες τόσο σε ανατολή(Ιαπωνία) όσο και στην δύση(Γερμανία). Πλέον οι καταστάσεις βαίνουν σε εμπόλεμη φάση καθώς τον Μάϊο του 1939 η Ιαπωνία αποπειράται να εισβάλλει στ' ανατολικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης και 4 μήνες αργότερα η Σοβιετική Ένωση αποφασίζει να υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης ανανεώνοντας έτσι την προαιώνια διπλωματική παράδοση με την Γερμανία με μυστικό πρωτόκολλο επισυνημμένο στη συνθήκη, με την Γερμανία υπό τους εξής όρους:
  1. Αποχή από την βία μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ
  2. Διαχωρισμός της Πολωνίας σε Γερμανική ζώνη και Σοβιετική ζώνη
  3. Σοβιετική επιρροή και προσάρτηση των Βαλτικών χωρών
  4. Προσάρτησης της Μπουκοβίνα και της Βεσσαραβίας στην Σοβιετική Ένωση ενώ η Γερμανία διακήρυσσε την απουσία ενδιαφέροντος για τις περιοχές αυτές[13].
Υπό τους παραπάνω 4 βασικούς όρους το σύμφωνο μη επίθεσης τέθηκε σ' εφαρμογή, καθιστώντας τις δυο χώρες προσωρινά ασφαλείς την μια από την άλλη, ενώ η Γερμανία αφοσιώθηκε στο σχέδιο κατάκτησης της Δυτικής Ευρώπης και των Βαλκανίων και από την άλλη η Σοβιετική Ένωση εξασφάλισε χρόνο, χρήμα και ανθρώπινες ζωές από μια ενδεχόμενη κυκλωτική κίνηση Γερμανίας-Ιαπωνίας που θα συμπίεζε την ΕΣΣΔ και πιθανώς θα την συνέθλιβε. Οι στρατηγικοί λόγοι της παραπάνω κίνησης σίγουρα έδωσαν στις δυτικές ηγεσίες το δικαίωμα να μιλήσει για όμοια ιδεολογία κομμουνισμού και ναζισμού καθώς και για Ρωσογερμανικό παιχνίδι σε βάρος των δημοκρατιών. Βασικό επιχείρημα μέχρι σήμερα παραμένει η παρέλαση των δυο αγημάτων γερμανών και ρώσων στο Μπρεστ-Λιτοφσκ, τοποθεσία κλειδί για την λήξη του Α' παγκοσμίου πολέμου στο ανατολικό μέτωπο. Παρ' όλα αυτά, από την πλευρά των ρώσων υπήρξαν αντιδράσεις για την παρέλαση αυτή και πολλοί δεν την δέχτηκαν.
Το βασικό σημείο παραμένει η στρατηγική διάσταση της Ρωσογερμανικής προσέγγισης, η οποία όντας λανθασμένη γεωπολιτικά(κατάρρευση του μοναδικού buffer zone μεταξύ ΕΣΣΔ-Γερμανίας και στρατιωτικοποίησης των εσωτερικών συνόρων των δυο ζωνών), έφερε την ουσιαστική σύγκρουση μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1941 με την υλοποίηση του γερμανικού σχεδίου επίθεσης Μπαρμπαρόσα ένα χρόνο αργότερα από την αρχική πρόβλεψη του ναζιστικού στρατιωτικού επιτελείου, καθώς και την ευθεία σύγκρουση μεταξύ ναζισμού και κομμουνισμού, ενώ η Ιαπωνία παρότι είχε υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης με την ΕΣΣΔ λίγους μήνες νωρίτερα, θεώρησε πως θα μπορούσε να επιτεθεί στα ρωσικά εδάφη, καθηλώνοντας έτσι με μια κίνηση "λαβίδα" το σοβιετικό στρατιωτικό επιτελείο, αντ' αυτού επέλεξε να τηρήσει το σύμφωνό της με την ΕΣΣΔ και να προβεί σε επίθεση μερικούς μήνες αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.



Η ρητορική και η θεωρία των δυο άκρων και η διαστρέβλωση της Ιστορίας, ως προϊόν ιδεολογικής ερμηνείας των γεγονότων

Πλέον πολλοί καλοθελητές μετά την λήξη του Β' παγκοσμίου πολέμου και μέχρι και στην μεταψυχροπολεμική εποχή, χρησιμοποιούν την ύπαρξη αυτού του συμφώνου καθώς και την προσωπικότητα του Στάλιν και του Χίτλερ, προκειμένου να εξισώσουν τον ιδεολογικό πυρήνα του κομμουνισμού με τον ναζισμό καθώς και την παρουσίαση των ιδιαίτερων στρατηγικών επιλογών που καθόρισαν το ανατολικό μέτωπο του πολέμου καθώς και μεγάλο μέρος της συνολικής έκβασης του, ως μια τυχαία συγκυρία που δημιουργήθηκε λόγω μερικών λανθασμένων αποφάσεων. Η απουσία των βασικών ιστορικών επιχειρημάτων καθώς και η έλλειψη της έκθεσης των πρωτογενών στοιχείων, αποδεικνύει ακριβώς τα ιδεολογικά και στρεβλωτικά κίνητρα που χρησιμοποιούνται για την ανάλυση των Ρωσογερμανικών και Γερμανοσοβιετικών σχέσεων εξ' ολοκλήρου με απώτερο σκοπό την εξύψωση των ηθικών αξιών της δυτικής διπλωματίας, η οποία ουκ ολίγες φορές δεν μεταχειρίστηκε με μακιαβελική ωμότητα ανθρώπους αλλά και κράτη ολόκληρα. 
Η έναρξη του ψυχρού πολέμου σχεδόν ταυτόχρονα με την λήξη του Β' παγκοσμίου πολέμου σηματοδότησε και την αλλαγή των αντιπάλων στο νέο αυτό παίγνιο για την απόκτηση παγκόσμιας ισχύος. Όχι μόνον ιδεολογικοπολιτικά αλλά και στρατιωτικά η είσοδος των πυρηνικών στην σκακιέρα καθώς και ο εκσυγχρονισμός των οικονομικών μέσων συνέβαλλε στην δραστική διάσπαση των πρώην συμμάχων και στον σχηματισμό δυο μεγάλων bloc, του δυτικού και του ανατολικού. Αυτό είχε ως λογικό αποτέλεσμα την αντιπαράθεση των δύο παγκόσμιων δυνάμεων και βέβαια την διαστρέβλωση στοιχείων και γεγονότων για λόγους προπαγάνδας και προσεταιρισμού περισσότερων συμμάχων στο κάθε στρατόπεδο. Όταν πλέον και η Γερμανία εισήλθε στο δυτικό στρατόπεδο(ως Δυτική Γερμανία), όντας χωρισμένη στα δύο, η αντισοβιετική προπαγάνδα κορυφώθηκε με χαρακτηριστικό γεγονός την επίσκεψη του προέδρου Ρήγκαν σε νεκροταφείο γερμανών αξιωματικών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την παράλληλη έκφραση του αποτροπιασμού του για τα εγκλήματα της Σοβιετικής Ένωσης στο Κάτυν το 1940 αλλά και για τις απάνθρωπες συνθήκες εγκλεισμού των αντιφρονόντουν στα Gulag.
Χωρίς να υπάρχει καμία πρόθεσης άφεσης ευθυνών για την ΕΣΣΔ, ο λόγος για τον οποίο πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τα αίτια του πολέμου, τους στρατηγικούς στόχους και τελικά να κρίνουμε την ιδεολογία αναφέρεται ακριβώς στην πολυεπίπεδη επιστημονική μελέτη, μακρία από ιδεοληπτικές διαστρεβλώσεις και ενδοκρατικά παίγνια εξουσίας.



Πηγές

1)Fraenkel, Ernst. 'German-Russian Relations Since 1918: From Brest-Litovsk To Moscow'. The Review of Politics 2, no. 01 (1940): 34.

2) Hitler, Adolf. Mein Kampf. Munich, 1934.

3) ο.π, σσ. 23-25

4) Mackinder, Halford. 'The Geographical Pivot Of History'. The Geographical Journal 23, no. 4 (1904): 424-436.

5)No. 619 403/213814-17,. Memorandum On The German-Russian Economic Negotiations. Berlin, 1939.

6) Roberts, Geoffrey. 'The Soviet Decision For A Pact With Nazi Germany'. Soviet Studies 44, no. 1 (1992): 57-78.

7) ο.π, σσ, 76,78

8)Fraenkel, Ernst. 'German-Russian Relations Since 1918: From Brest-Litovsk To Moscow'. The Review of Politics 2, no. 01 (1940): 34, σσ, 431-433

9) Hitler, Adolf. Mein Kampf. Munich, 1934. σσ, 33

10) Roberts, Geoffrey. 'The Soviet Decision For A Pact With Nazi Germany'. Soviet Studies 44, no. 1 (1992): 59-60
11) No. 619 403/213814-17,. Memorandum On The German-Russian Economic Negotiations. Berlin, 1939.

12) Treaty Of Nonaggression Between Germany And The Union Of Soviet Socialist Republics. Moscow, 1939.

13) Secret Additional Protocol. Moscow, 1939.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο θα διαγράφονται.
Η κόσμια συμπεριφορά στον διάλογο είναι πολιτισμική αρχή!