Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Οι 4 διασκέψεις που άλλαξαν και διαμόρφωσαν το μέλλον του κόσμου. Aπό την Τεχεράνη στο Πότσνταμ



Η Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί ένα πολυσύνθετο σύμπλεγμα τόσο στρατιωτικών-στρατηγικών εξελίξεων όσο και πολιτικών/διπλωματικών αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα κράτη που έλαβαν μέρος.
Εξ' αυτού αντιλαμβανόμαστε πως δεν γίνεται να μελετάμε μόνο τα δρώμενα στο στρατιωτικό πεδίο, παρότι αυτά ρυθμίζουν την έκβαση μιας εμπόλεμης σύρραξης, αλλά πρέπει να μελετάμε εξ’ ίσου και τα γεγονότα της διπλωματικής Ιστορίας που καθόρισαν αλλά πιθανώς να καθορίζουν τις διεθνείς ισορροπίες μέχρι και σήμερα.
Το ζήτημα που θα κληθούμε ν' αναλύσουμε στην παρούσα σειρά δημοσιεύσεων αφορά τις συνδιασκέψεις που καθόρισαν την διπλωματική σκακιέρα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ξεκινώντας από την Τεχεράνη και καταλήγοντας στα γεγονότα του  Potsdam. Κατά συνέπεια θα εστιάσουμε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην πρώτη συνδιάσκεψη των 3 Μεγάλων(3 big) στην πρωτεύουσα του Ιράν.
Από τον Νοέμβριο του 1943 οι ηγέτες των 3 χωρών που συγκροτούσαν τον αντιναζιστικό συνασπισμό, είχαν αντιληφθεί την ανάγκη για την πραγματοποίηση μιας συνδιάσκεψης κατά την διάρκεια της οποίας θ' αποφάσιζαν τον σχεδιασμό ενός πιο κοινού στρατηγικού πλάνου αλλά και τον συντονισμό των προσπαθειών τους να διαλύσουν την Ναζιστική αυτοκρατορία. Αναφέρεται σκόπιμα ως "πιο κοινό στρατηγικό" το πλάνο που θα συμφωνούσαν οι 3 μεγάλοι, εφόσον δεν φαινόταν να είναι δυνατό να σχηματιστεί ένας κοινός άξονας μεταξύ των Σοβιετικών και των αγγλοσαξώνων πολιτικών αλλά κ' εφόσον δεν υπήρξε ποτέ κάποιο ουσιαστικό συμμαχικό σύμφωνο μεταξύ των Βρετανών, των Αμερικανών αλλά και των Ρώσων πριν την έναρξη του πολέμου, πανομοιότυπου με τον Ατλαντικό Χάρτη που είχαν συμφωνήσει ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ το 1941(14/8/1941). Σαφώς βέβαια οι ΗΠΑ μετά και τις 22/6/1941 αποδοκίμασαν έντονα την Γερμανική εισβολή στα Ρωσικά εδάφη(κωδική ονομασία Barbarossa), εντούτοις δεν εισήλθαν επισήμως στον πόλεμο μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Παρότι οι ΗΠΑ απέστειλαν βοήθεια υπό την μορφή χρημάτων ή πολεμικού υλικού[1], δεν επιθυμούσαν και ν' αποστείλουν στρατεύματα τόσο στην Ευρώπη όσο και σ' οποιοδήποτε άλλο θέατρο επιχειρήσεων είχε σχηματιστεί κατά την διάρκεια του πολέμου. Κατά συνέπεια μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ από την Ιαπωνική αεροπορία αλλά και την σταδιακή κλιμάκωση του πολέμου στο Ανατολικό μέτωπο, ο πρόεδρος Ρούσβελτ αποφάσισε να εισέλθουν οι ΗΠΑ[2] και μ' αυτήν του την απόφαση άλλαξε δραστικά την πορεία του πολέμου.
Με την απόφαση εισόδου των ΗΠΑ στο δυτικό μέτωπο της Ευρώπης(Pub.L. 77–331, Sess. 1, ch. 564, 55 Stat. 796) αλλά και στο Ανατολικό μέτωπο της Ασίας(Ιαπωνία), έγινε αντιληπτό πως υπήρχε ανάγκη για συντονισμό των προσπαθειών των 3 μεγάλων σε διεθνές επίπεδο. Αν και είχε προηγηθεί η διάσκεψη του Καΐρου στην οποία δεν συμμετείχε ο Στάλιν αλλά ο Κινέζος εθνικιστής Τσιανγκ-Καϊ Σέκ, δεν μνημονεύεται όπως αυτή της Τεχεράνης εντός της οποίας αρχίζει να σχηματίζεται μια πρώτη μορφή "διευθυντηρίου" διεθνών στρατηγικών υποθέσεων(όπως το ΣΑ, του οποίου πολλοί αναλυτές θεωρούν πως πρόδρομη μορφή του είναι το σχήμα των 3 μεγάλων όπως συνεδρίασε στην Τεχεράνη), καθώς και γιατί δεν λήφθηκαν ισχυρές αποφάσεις για την πορεία του πολέμου όπως έγινε την 1/12/1943 με την κοινή συμφωνία του Κειμένου της Τεχεράνης.
Η συνδιάσκεψη με την κωδική ονομασία EUREKA, καθόρισε εν πολλοίς τις ισορροπίες τόσο στο επιχειρησιακό επίπεδο όσο και ανέδειξε τις διπλωματικές ανακατατάξεις ανάμεσα σε Μεγάλη Βρετανία/ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση.
Το πεδίο λήψης αποφάσεων αφορούσε την Γιουγκοσλαβία, την δυνητική θέση της Τουρκίας κατά την διάρκεια αλλά και μετά τον πόλεμο, την συμφωνία για μια απελευθέρωση της Δυτικής Ευρώπης μέσω μιας δεινής απόβασης στις βόρειες ακτές της Γαλλίας, που θα σηματοδοτούσε και την ανακούφιση του Ανατολικού μετώπου που τόσο επιθυμούσε ο Στάλιν και οι στρατηγοί του αλλά και τον συντονισμό των στρατιωτικών επιτελείων των 3 μεγάλων σε τέτοιο βαθμό που θ' αποφεύγονταν οι συγκρούσεις και θα υπήρχε μια σύγκλιση κατά του Άξονα[3]. To τελικό κείμενο της Συμφωνίας χωρίστηκε σε 3 σκέλη και ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί στο 2ο σκέλος, τ' οποίο αφορούσε το Ιράν, στην 4η διάταξη, όπου αναγράφεται καθαρά η κοινή συμφωνία και των 4 κυβερνήσεων στις 8 θεμελιώδεις αρχές του Ατλαντικού Χάρτη[4]. Κατά συνέπεια η συνδιάσκεψη της Τεχεράνης έθεσε τις βάσεις για την διαμόρφωση των εξής θεμελιωδών γεγονότων που στιγμάτισαν τόσο τον Β' παγκόσμιο πόλεμο όσο και το μεταπολεμικό περιβάλλον.
Αρχικά τέθηκαν οι βάσεις του νέου, σύγχρονου πυρήνα του διευθυντηρίου του διεθνούς συστήματος με την συμμετοχή των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και της ΕΣΣΔ. Μετά από λίγο καιρό ο Ρούσβελτ έκανε λόγο για το σχήμα των 3 μεγάλων αστυνόμων, οι οποίοι όμως τελικά έγιναν 5 με την προσθήκη της Γαλλίας έπειτα από απαίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την συμμετοχή της Κίνας ως θεματοφύλακα της Νοτιοανατολικής Ασίας. Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε τις δυο μεγάλες αντίρροπες τάσεις που διαμορφώθηκαν κατά την λήξη του Ψυχρού πολέμου και λίγο ως πολύ διατηρήθηκαν μέχρι και την σημερινή περίοδο μετάβασης του διεθνούς συστήματος από τον μονοπολισμό στον πολυπολισμό[5]. Ακριβώς η συμμετοχή δυο αγγλοσαξωνικών χωρών που θα διαμόρφωναν τον πυρήνα του Ευρωατλαντικού βάθρου ισχύος και η παρουσία μιας ηπειρωτικής ευρασιατικής χώρας μεγάλης μάζας, συνέβαλλαν αρχικά στην ανάδειξη του διπολικού συστήματος της ισορροπίας ισχύος ή τρόμου, όπως ονομάστηκε από αρκετούς ιστορικούς αλλά και στην διαμόρφωση των αντίρροπων τάσεων που χαρακτηρίζουν την σημερινή διαμάχη μεταξύ Ανατολής-Δύσης. Τέλος όπως διαπιστώνουμε από το κείμενο της Τεχεράνης υπάρχει μια σταδιακή αλλά ξεκάθαρη ανάθεση θεάτρων επιχειρήσεων και ζωνών επιρροής στους 3 μεγάλους, όπως φαίνεται και από το 3ο σκέλος που αφορά τα πορίσματα σχετικά με τον στρατιωτικό τομέα[6]. Για το τέλος βέβαια αφέθηκε σκόπιμα η αναφορά στην συγκρότηση ενός μεγάλου αντιναζιστικού μετώπου(αντιηγεμονικού συνασπισμού κατά A. Watson) που φιλοδοξούσε να καταστρέψει το Γ' Γερμανικό Ράϊχ και επεδίωκε την επαναφορά της ισορροπίας ισχύος τόσο στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο όσο και στην Ασία, τον Ειρηνικό Ωκεανό(Ιαπωνία-ΗΠΑ) αλλά και την Βόρεια Αφρική η οποία βέβαια μετά το Ελ Αλαμεϊν είχε πέσει στα χέρια των συμμάχων.
Συνοπτικά η συνδιάσκεψη της Τεχεράνης διαδραμάτισε έναν θεμελιώδη ρόλο στην διεθνή σκακιέρα και η επερχόμενη συνάντηση τον Νοέμβριο του 1944 στην Μόσχα όσο και η διάσκεψη των 3 μεγάλων στην Γιάλτα ακολούθησαν το ίδιο μοτίβο των ζωνών επιρροής ανάμεσα στις αντίρροπες τάσεις του διεθνούς συστήματος.








Πηγες
  1. “Lend-Lease and Military Aid to the Allies in the Early Years of World War II - 1937–1945 - Milestones - Office of the Historian”, accessed 30 September 2015, https://history.state.gov/milestones/1937-1945/lend-lease.
  2. Declaring a State of War between the Government of Germany and the Government of the USA, version 562-564 (Washington D.C, 1941), http://www.legisworks.org/congress/77/publaw-331.pdf.
  3. The Avalon Project: The Tehran Conference. 1942. Reprint, Tehran, 1943. http://www.yale.edu/lawweb/avalon/wwii/tehran.htm.(σκέλος 2ο-διάταξη 4η)
  4. “The Atlantic Conference & Charter, 1941 - 1937–1945 - Milestones - Office of the Historian”, accessed 11 October 2015, https://history.state.gov/milestones/1937-1945/atlantic-conf.
  5. Kōnstantinos Arvanitopoulos, Panagiōtēs Hēphaistos, and Panagiotes Hephaistos, Eurōatlantikes Scheseis, 2nd ed. (United States: Ekdoseis Poiotēta, 1999).
  6. The Avalon Project: The Tehran Conference. 1942. Reprint, Tehran, 1943. http://www.yale.edu/lawweb/avalon/wwii/tehran.htm.(σκέλος 3ο)



Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Η ιδεολογικοποίηση της Ιστορίας και η ρεαλιστική στρατηγική στο θέμα της σχέσης μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας. Δυο αντιμαχόμενες έννοιες

Η ιδεολογικοποίηση της Ιστορίας και η έννοια της ιστορικής διαστρέβλωσης

Αφού ασχοληθήκαμε στην προηγούμενη ανάρτηση με την επικαιρότητα και τα κοσμοθεωρητικά πλαίσια μέσα στα οποία θεμελιώνεται το ευρωπαϊκό εγχείρημα αλλά και τις διαφωνίες που εγείρονται γύρω απ' αυτήν την πορεία, ιδίως τα τελευταία χρόνια, στην παρούσα ανάρτηση επέλεξα ν' ασχοληθώ μ' ένα καθαρά ιστορικό ζήτημα, τ' οποίο όμως παρουσιάζει προεκτάσεις μέχρι την σύγχρονη εποχή. Είναι ευρέως γνωστό πως η ιστορική διαμάχη που κυριάρχησε στην παγκόσμια Ιστορία τον τελευταίο περίπου αιώνα, έφερε τον χαρακτήρα ενός ιδεολογικού πολέμου, όπου οι αντίπαλοι είτε άμεσα με τα όπλα(Β' παγκόσμιος πόλεμος), είτε έμμεσα μέσω της εγκαθίδρυσης φίλια κείμενων πολιτικών συστημάτων προς τον δικό τους ιδεολογικό προσανατολισμό(Ψυχρός πόλεμος), προσπαθούσαν να εξολοθρεύσουν το αντίπαλον δεός και να καθιερώσουν την κυριαρχία τους στο διεθνές σύστημα. Η διαμάχη αυτή αφορά την ύπαρξη των 3 πολιτικών θεωρίων και της σύγκρουσής τους τον περασμένο αιώνα, δηλαδή του Φιλελευθερισμού, του Σοσιαλισμού και του Ναζισμού-Φασισμού. Για λόγους πρακτικότητας και οικονομίας, θα χωριστεί η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία σε δύο βασικές περιόδους, εκ των οποίων θ' ασχοληθούμε με την φάση 1937-1939 από την πρώτη και με τ' αποτελέσματά αυτής στην δεύτερη φάση που τοποθετείται περίπου μετά την δεκαετία του 1950, κορυφώνονται στην ρητορική των πολιτικών κομμάτων κατά τα 1980 και μπορούμε ν' ανιχνεύσουμε στίγματα τους μέχρι και σήμερα.
Και μέσα απ' αυτήν την πρόχειρη περιοδολόγηση, όλοι μπορούμε σίγουρα ν' ανασύρουμε από την μνήμη μας φράσεις, θεωρήματα ή ακόμα και αναλύσεις που να παρουσιάζουν τις πολιτικές θεωρίες του σοσιαλισμού και του ναζισμού ως όμοιες ή ακόμα και ίδιες αλλά με τυπικές διαφοροποιήσεις ως προς το "χρώμα" ή ως προς τις φιγούρες που τις υποστήριξαν, ενώ σκόπιμα παραλείπεται ν' αναφερθεί αφ' ενός η χαώδης διαφορά ανάμεσα τόσο στον ιδεολογικό πυρήνα του ναζισμού όσο και στον αντίστοιχο του σοσιαλισμού. Κατ' αντιστοιχία παρατηρούμε το ίδιο και στον ακαδημαϊκό χώρο και σ' αναλύσεις που αφορούν το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ και τα χρόνια μετά απ' αυτό.



Οι στρατηγικοί προσανατολισμοί Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης κατά την δεκαετία του 1930


Όπως είναι ιστορικά γνωστό η Γερμανία ήδη από το 1933 βρισκόταν υπό την ηγεσία του ναζιστή ηγέτη Χίτλερ και του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος NSDAP, οπότε και η εξωτερική πολιτική της επικεντρωνόταν γύρω από 3 βασικούς ιδεολογικοπολιτικούς πυλώνες. Τον ρεβανσισμό απέναντι στην εκμηδενιστική στάση των δυνάμεων της Αντάντ που επέβαλλαν σκληρούς όρους στην Γερμανία μετά την ήττα της στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, την απαραίτητη εξασφάλιση ζωτικού χώρου για την Γερμανία με την παράλληλη ανάδειξη της ανωτερότητας του γερμανικού άριου γένους και εν τέλει την ιδεολογική και στρατηγική κυριαρχία της απέναντι στους βασικούς ηπειρωτικούς της αντιπάλους από δυτικά και ανατολικά, δηλαδή την Γαλλία και την Σοβιετική Ένωση[1], ενώ επιθυμούσε και την εκθρόνιση της Μεγάλης Βρετανίας από την πρωτοκαθεδρία της στις θάλασσες και την συνολική της κατάρρευση τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά[2]. 
Από την άλλη η ΕΣΣΔ(πολιτική οντότητα που κατείχε την θέση που κατείχε η Ρώσικη αυτοκρατορία), ήταν ένα ριζοσπαστικό πολιτικό και ιδεολογικό μόρφωμα, τ' οποίο αφ' ενός αποζητούσε την θεμελίωσή του στον παγκόσμιο χάρτη ως μια ηγεμονική δύναμη και αφ' ετέρου επεδίωκε την διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών, ως η "μητέρα-πατρίδα" των προλετάριων, στην ηπειρωτική Ευρώπη και την συνολική κατάρρευση όλων των δυτικών αστικών δημοκρατιών. Απ' αυτήν την άποψη η ΕΣΣΔ θεωρήθηκε μια χώρα εχθρική τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο, εφόσον επιθυμούσε την εκ θεμελίων αναθεώρηση της δυτικής ηγεμονίας τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά και στρατιωτικά. Εξ' άλλου και ο εμβληματικός ηγέτης του Ηνωμένου Βασιλείου, W. Churchill σε παλαιότερο λόγο του είχε θεωρήσει την Σοβιετική Ένωση ως μέγιστη και θανάσιμη απειλή της ευρωπαϊκής ισορροπίας ισχύος ενώ την παρουσίαζε ως ένα "γεγονός ξένο και περιθωριακό προς την ανθρώπινη ιστορία"[3].
Τα δύο αυτά κράτη είχαν κοινές αλλά ιδιότροπες διπλωματικές σχέσεις από τον 19ο αιώνα και πριν ακόμα σχηματιστεί η Γερμανική αυτοκρατορία, όταν και ήρθαν σε συμμαχία για ν' αντιμετωπίσουν την Γαλλική ηγεμονία στην Ευρώπη με τους ναπολεόντειους πολέμους. Οι σχέσεις τους χαρακτηρίστηκαν από πολλούς ως μια "θανάσιμη φιλία" και αυτό το ιδιόμορφο σχόλιο μπορούσε ν' αναγνωσθεί με δύο τρόπους, αφ' ενός όπως ιστορικά αποδείχθηκε, η Γερμανία και η Ρωσία συγκρούστηκαν σφοδρά μέσα στον 20ο αιώνα αφήνοντας τα περισσότερα θύματα στο ανατολικό μέτωπο του Α' παγκοσμίου πολέμου αλλά κυρίως στον Β' παγκόσμιο πόλεμο, ενώ αφ' ετέρου η δυνητική συμμαχία τους και σε στρατιωτικό επίπεδο και η αμοιβαία αναγνώριση του κοινού συμφέροντος θα επιβεβαίωνε τις θεωρίες του Spykman σχετικά με την κυριαρχία στην Παγκόσμια νήσο μέσω του ελέγχου μεγάλου μέρους του Heartland καθώς και ενός ακόμα ηπειρωτικού κράτους απο την περιοχή του rimland που θ' αναχαίτιζε τις επεκτατικές βλέψεις μιας αναθεωρητικής δύναμης.Το συγκεκριμένο κράτος, το οποίο  θα βρισκόταν στο Rimland θα λειτουργούσε σαν "σφουγγάρι" απορρόφησης κρίσεων τόσο απο την Ευρασιατική Ήπειρό όσο και από τους υπερπόντιους κατακτητές, είτε Βρετανούς είτε τους Αμερικανούς αργότερα[4].

 Ιδιαίτερα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και επί της Καγκελαρίας Μπίσμαρκ υπεγράφη η συμφωνία των αυτοκρατόρων(Legion of the Emperors), το 1873 μεταξύ Αυστρίας-Ουγγαρίας, Γερμανίας και Ρωσίας, ως μια προσπάθεια ελέγχου και απομόνωσης της Γαλλίας αλλά και εξομάλυνσης της σχέσης μεταξύ Ρωσίας-Αυστρο-Ουγγαρίας λόγω του ανταγωνισμού για την επιρροή στα Βαλκάνια. Ακόμα περισσότερο το 1887 ο Μπίσμαρκ, όντας ρεαλιστής και διορατικός πολιτικός υπέγραψε την συνθήκη των αμοιβαίων εγγυήσεων και της ουδετερότητας με την Ρωσία, θεωρώντας πως έτσι θα σχηματιστεί ένας ηγεμονικός συνασπισμός μεταξύ των δυο ισχυρότερων ηπειρωτικών κρατών της Ευρώπης με κοινό παρονομαστή την αυτοκρατορική ταυτότητα και του Γερμανικού Ράϊχ αλλά και της Ρωσικής αυτοκρατορίας, ο οποίος θα εγκλώβιζε αφ'ενός την νησιωτική Βρετανία σε λιγοστές επιλογές και αφ' ετέρου θα περιόριζε ακόμα περισσότερο την ήδη εξασθενημένη Γαλλία[5]. Οι συνεχιστές του Μπίσμαρκ απέτυχαν να διακρίνουν σωστά τις ιστορικές αυτές συνθήκες και να συνεχίσουν την συμφωνία του 1887 και το 1890, όταν και το ζήτησε η ρώσικη πλευρά, θεωρώντας πως η Γερμανία έχει αντίθετα συμφέροντα με την Ρωσία και πως θα έπρεπε να κυνηγήσουν την αναθεώρηση του status quo μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτή η πολιτική σε συνδυασμό με την σταδιακή εξομάλυνση των Αγγλορωσικών σχέσεων με την τελική συμφωνία του 1907, θεωρήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως μια από τις βασικές αιτίες της ήττας του 1918. Παρ' όλα αυτά, οι δύο χώρες αναγνωρίζοντας τους κοινούς στρατηγικούς τους προσανατολισμούς καθώς και τον ηπειρωτικό τους χαρακτήρα, βλέποντας επίσης την αλαζονική συμπεριφορά των αποικιακών αυτοκρατοριών της Γαλλίας και της Βρετανίας αλλά και την σταδιακή άνοδο των ΗΠΑ, που ακόμα ήταν περιφερειακή δύναμη αλλά η εμπλοκή τους στον Α' παγκόσμιο πόλεμο τους ανέδειξε σ' ένα δυνητικά ισχυρό κράτος, επέλεξαν να εξομαλύνoυν τις μεταξύ τους διαφορές που προέκυψαν από το άρθρο 116 των Βερσαλλιών[6][7] και αρχικά από την συνθήκη ειρήνης του Μπρέστ-Λιτόφσκ μέσω της υπογραφής της συνθήκης του Ράππαλο το 1922, βάσει της οποία τα δύο αυτά κράτη "παραιτούνταν απ' οποιαδήποτε διεκδίκηση είχαν τα προηγούμενα χρόνια". Ακόμα περισσότερο ως επισφράγισμα των στρατηγικών σκοπών της μη επίθεσης μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης, ήρθε το 1926 και συνθήκη του Βερολίνου που ανανέωνε το Ράππαλο και στόχευε στην περαιτέρω εξομάλυνση των Γερμανορωσικών σχέσεων. Εκείνη την στιγμή που ζητήθηκε όμως η ανανέωσή της, η Γερμανία βρισκόταν κοντά στην ναζιστικοποίησή της και ο μπολσεβικισμός θεωρήθηκε θανάσιμος και μισητός εχθρός του γερμανικού έθνους ενώ ταυτίστηκε με τους Εβραίους.
Έχοντας γνώση της ιστορικής αυτής συγκυρίας καθώς και των καταβολών, ιδεολογικών κυρίως αλλά και στρατηγικών, των δύο αυτών ιστορικών δρώντων, πλέον μπορούμε να προχωρήσουμε στην αποδόμηση της διαστρεβλωμένης ανάγνωσης της Ιστορίας με στόχο την εξυπηρέτηση εσωτερικών αλλά και εξωτερικών ιδεολογικών σκοπών αλλά και να αποκαταστήσουμε τον πραγματικό χαρακτήρα αυτής της στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας θέτοντας τις σωστές στρατηγικές και γεωπολιτικές βάσεις αυτής της ιδιότροπης σχέσης μεταξύ των δυο προαναφερθέντων κρατών.
Η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας μετά το 1933, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, χαρακτηριζόταν από έντονο ρεβανσισμό και από την θέληση για απόκτηση ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο καθώς είχε αποτύχει να γίνει μια αποικιακή αυτοκρατορία του μεγέθους της Μεγάλης Βρετανίας ή της Γαλλίας. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Αδόλφου Χίτλερ στην Νυρεμβέργη το 1937, πως "μόνο κάποιος τρελός θα επιθυμούσε τον πόλεμο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο", η Ιστορία μας απέδειξε πως κάτι τέτοιο δινόταν μόνο προς κατανάλωση από τους ευρωπαίους ηγέτες που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στις ευεργετικές λειτουργίες της ΚτΕ καθώς και στις αρχές της αμοιβαιότητας και της καλής πίστεως. Βέβαια η Γερμανία εκείνης της περιόδου δεν είχε καμία αμοιβαία εμπιστοσύνη απέναντι σε κανένα κράτος και γι' αυτό τον λόγο παντού στα σύνορά της έβλεπε διλήμματα ασφαλείας, επιθυμώντας έτσι να επανεξοπλιστεί και να ενσωματώσει όλους τους αλύτρωτους γερμανικούς πληθυσμούς στην επικράτεια της, ενώ ο πνευματικός και φυσικός της ηγέτης εξηγούσε πως "κάποια στιγμή θα χρειαζόταν να ακολουθήσει και επεκτατική στρατηγική γιατί αυτό θα ήταν ηθική επιταγή για τον γερμανικό λαό"[8]. Ιδιαίτερα το ιδεολογικό δόγμα τo οποίο θεμελίωνε μέσα στο δίτομο βιβλίο-αυτοβιογραφία-μανιφέστο του βασιζόταν στην θεμελίωση ενός ανώτερου, καθαρόαιμου και περιούσιου έθνους, τ' οποίο θα εκπλήρωνε τον διττό σκοπό του, δηλαδή να εξολοθρεύσει τους Εβραίους που μόλυναν την ανθρώπινη φυλή αλλά και τους μαρξιστές και μπολσεβίκους, οι οποίοι είχαν εν πολλοίς συγγένεια με τους Εβραίους και προσπαθούσαν να δώσουν ένα "ηχηρό χαστούκι" στις δυτικές δημοκρατίες και να καταλάβουν βίαια την εξουσία, καταλύοντας εξ' ίσου βίαια το αγνό και άριο γερμανικό έθνος[9]. Εξ άλλου και η Γερμανική εξωτερική πολιτική της περιόδου 1918-1933 βρισκόταν ανάμεσα σε συνεχείς αντιπαραθέσεις για το αν θα πρέπει να ακολουθηθεί μια πολιτική ενσωμάτωσης και προσαρμογής στους δυτικούς θεσμούς και στο δυτικό μπλοκ ή αν θα έπρεπε να υπάρξει μια συστράτευση με την ΕΣΣΔ, η οποία ενώ θα έφερε τα χαρακτηριστικά του κομμουνισμού θα ήταν απλώς μια χρησιμοθηρική συμμαχία ενώ υπήρχε και μια μικρή μειοψηφία, κυρίως κομμουνιστών, που υποστήριζε την κατάρρευση της αστικής τάξης και την συνολική ιδεολογική και πολιτική σύμπλευση με την ΕΣΣΔ, ως αντίδραση αφ ενός στην Δύση και αφ ετέρου ως απόπειρα εξαγωγής της επανάστασης[10].
Η Γερμανία όπως φαίνεται μετά το 1933 ακολούθησε τον 2ο δρόμο ενώ πάντα διατηρούσε επιφυλακτική στάση απέναντι στους ρώσους θεωρώντας πως το εξευγενισμένο στοιχείο έχει εκλείψει και την θέση του έχει καταλάβει ο εβραϊκός και μπολσεβίκικος παράγοντας. Ενώ η συμμαχία αυτή φαινόταν να μένει στα χαρτιά και ο Χίτλερ ούτως ή άλλως μέσα στα ιδεολογικά του κείμενα εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους οι Ρώσοι και εν γένει οι Σλάβοι δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης,  αντιθέτως παρέμενε πιστός στην διατήρηση φιλικών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, επιδιώκοντας την ανατροπή του καθεστώτος των Βερσαλλιών και έπειτα, αν και εφόσον του δινόταν η ευκαιρία, θα πραγματοποιούσε επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, όπως εξηγούσε και η θεωρητική προσέγγιση του Max Hoffmann, ενός εκ των κύριων ιδεολόγων του αντισοβιετισμού της εποχής και πρώην διοικητή στο ανατολικό μέτωπο(1914-1917).
Η ναζιστική Γερμανία "ζύγιζε" τις δυνάμεις της και καιροσκοπούσε για την ανατολική της επέκταση, χωρίς όμως να είναι έτοιμη μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1940.


Η εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ κατά το 1939 και το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ. Η αρχή του Β' παγκοσμίου πολέμου

Ενώ στην προηγούμενη ενότητα του άρθρου είδαμε την ιστορική προέλευση των σχέσεων της Γερμανίας με την Σοβιετική Ένωση, την ιδεολογική διαφοροποίηση μεταξύ κομμουνισμού και ναζισμού αλλά και την στρατηγική προσέγγιση που ακολουθούσαν αυτά τα δύο κράτη μέσω της υλοποίησης συγκεκριμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής καθώς και του πραγματισμού που χαρακτήριζε τους ηγέτες των δύο κρατών, οι οποίοι αναγνώριζαν πως για να σταθούν στα πόδια τους και ν' ανταπεξέλθουν του διεθνούς ανταγωνισμού, θα έπρεπε να προβούν σε τολμηρές κινήσεις, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπ' όψιν τους τις εσωτερικές ιδεολογίες και τους ενδοκρατικούς κομματικούς μηχανισμούς. Η κουβέντα σ' επίπεδο ηγετών είναι κ' αυτή τολμηρή, αλλά η όποια ομοιότητα του Στάλιν με τον Χίτλερ δεν σημαίνει και ιδεολογική ομοιότητα μεταξύ κομμουνισμού και ναζισμού ή ακόμα περισσότερο ταύτιση των θεωρητικών της κάθε κοσμοθεωρίας, δηλαδή του Μάρξ με τον Χίτλερ, Γκέμπελς, Χίμλερ κλπ.
Στην φάση που θα αναλύσουμε σ' αυτήν την ενότητα θα δούμε τα προβλήματα που ταλάνιζαν την σοβιετική εξωτερική πολιτική, τις επιλογές της καθώς και το σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας(Μολότωφ-Ρίμπεντροπ), στις 23 Αυγούστου του 1939 καθώς και τις ενέργειες στρατηγικής που πραγματοποίησε για να μπορέσει να μπει στον πόλεμο με άλλους όρους ούτως ώστε ν' ανταπεξέλθει τόσο στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων όσο και στο μέτωπο της άπω Ανατολής.
Η αλήθεια είναι πως η πολιτική ηγεσία της ΕΣΣΔ αποδεχόταν την γερμανική φιλία ως αναγκαστική στο διπλωματικό πλαίσιο, ενώ αποζητούσε και την θεμελίωση εμπορικών και οικονομικών σχέσεων[11]. Ο Μ. Λιτβίνοφ, ως διπλωμάτης της ΕΣΣΔ και επίτροπος της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης εξήγησε οτι οι γερμανορωσικές σχέσεις κατέχουν μείζονα ρόλο στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ, ενώ το ίδιο έτος ο Β. Μολότωφ υπογράμμισε αυτήν την δήλωση λέγοντας πως "δεν υπάρχει κανένας λόγος να σταματήσουμε αυτήν την πολιτική"[12]. Σ' αυτήν την συγκεκριμένη συγκυρία η Σοβιετική Ένωση είχε ν' αντιμετωπίσει στα ανατολικά της σύνορα τον ιαπωνικό επεκτατισμό καθώς και τον αντικομμουνισμό της Ιαπωνικής αυτοκρατορίας. Ήδη από το 1931 οι Ιάπωνες είχαν εγκαταστήσει το φίλια κείμενο ψευδοκράτος της Μαντζουρίας στα ανατολικά σύνορα της Ρωσίας και απειλούσαν άμεσα με εισβολή στα ρωσικά εδάφη. Επιπρόσθετα οι ρώσοι είχαν τις αρνητικές μνήμες του ρωσοϊαπωνικού πολέμου το 1904-05, όπου ήρθε η ταπεινωτική ήττα με πολλές απώλειες και γι' αυτόν τον λόγο δεν επιθυμούσαν την υπέρμετρη εμπλοκή της Ιαπωνίας ενώ ελόχευε και ο κίνδυνος ενός ευρωπαϊκού πολέμου τεράστιας κλίμακας. Μετά από μια σειρά περιστατικών και διπλωματικών ενεργειών φτάνουμε στο 1936, χρονιά που σηματοδοτεί την έναρξη διπλωματικών ομιλιών μεταξύ Γερμανίας και Ιαπωνίας(το περίφημο Anti-commintern Pact), την επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας κατά παράβαση της συνθήκης των Βερσαλλιών καθώς και στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ βρισκόμαστε σε περίοδο της μεγάλης εκκαθάρισης, όπου το καθεστώς προβαίνει σε μαζικές διώξεις και εκτελέσεις τόσο απλών ανθρώπων που κατηγορήθηκαν ως αντιφρονούντες, όσο και σε εκκαθαρίσεις ηρώων της μεγάλης Οκτωβριανής επανάστασης που θεωρήθηκαν επικίνδυνοι για τον Στάλιν. Η περίοδος αυτή συνολικά αποτελεί και την τελευταία χρονολογικά φάση που θα δούμε ραγδαίες κινήσεις στο διπλωματικό πεδίο ενώ πλέον τα πράγματα στρατιωτικοποιούνται ταχύτατα.
Στην παρούσα συγκυρία τα πράγματα αρχίζουν να οδηγούνται σε αδιέξοδο, η στρατιωτικοποίηση των χωρών έχει αρχίσει να κορυφώνεται και πλέον φαίνεται να σχηματίζονται δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Η πορεία της ΕΣΣΔ είναι ουδέτερη ενώ προσπαθεί να κρατήσει τις εύθραυστες ισορροπίες τόσο σε ανατολή(Ιαπωνία) όσο και στην δύση(Γερμανία). Πλέον οι καταστάσεις βαίνουν σε εμπόλεμη φάση καθώς τον Μάϊο του 1939 η Ιαπωνία αποπειράται να εισβάλλει στ' ανατολικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης και 4 μήνες αργότερα η Σοβιετική Ένωση αποφασίζει να υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης ανανεώνοντας έτσι την προαιώνια διπλωματική παράδοση με την Γερμανία με μυστικό πρωτόκολλο επισυνημμένο στη συνθήκη, με την Γερμανία υπό τους εξής όρους:
  1. Αποχή από την βία μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ
  2. Διαχωρισμός της Πολωνίας σε Γερμανική ζώνη και Σοβιετική ζώνη
  3. Σοβιετική επιρροή και προσάρτηση των Βαλτικών χωρών
  4. Προσάρτησης της Μπουκοβίνα και της Βεσσαραβίας στην Σοβιετική Ένωση ενώ η Γερμανία διακήρυσσε την απουσία ενδιαφέροντος για τις περιοχές αυτές[13].
Υπό τους παραπάνω 4 βασικούς όρους το σύμφωνο μη επίθεσης τέθηκε σ' εφαρμογή, καθιστώντας τις δυο χώρες προσωρινά ασφαλείς την μια από την άλλη, ενώ η Γερμανία αφοσιώθηκε στο σχέδιο κατάκτησης της Δυτικής Ευρώπης και των Βαλκανίων και από την άλλη η Σοβιετική Ένωση εξασφάλισε χρόνο, χρήμα και ανθρώπινες ζωές από μια ενδεχόμενη κυκλωτική κίνηση Γερμανίας-Ιαπωνίας που θα συμπίεζε την ΕΣΣΔ και πιθανώς θα την συνέθλιβε. Οι στρατηγικοί λόγοι της παραπάνω κίνησης σίγουρα έδωσαν στις δυτικές ηγεσίες το δικαίωμα να μιλήσει για όμοια ιδεολογία κομμουνισμού και ναζισμού καθώς και για Ρωσογερμανικό παιχνίδι σε βάρος των δημοκρατιών. Βασικό επιχείρημα μέχρι σήμερα παραμένει η παρέλαση των δυο αγημάτων γερμανών και ρώσων στο Μπρεστ-Λιτοφσκ, τοποθεσία κλειδί για την λήξη του Α' παγκοσμίου πολέμου στο ανατολικό μέτωπο. Παρ' όλα αυτά, από την πλευρά των ρώσων υπήρξαν αντιδράσεις για την παρέλαση αυτή και πολλοί δεν την δέχτηκαν.
Το βασικό σημείο παραμένει η στρατηγική διάσταση της Ρωσογερμανικής προσέγγισης, η οποία όντας λανθασμένη γεωπολιτικά(κατάρρευση του μοναδικού buffer zone μεταξύ ΕΣΣΔ-Γερμανίας και στρατιωτικοποίησης των εσωτερικών συνόρων των δυο ζωνών), έφερε την ουσιαστική σύγκρουση μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1941 με την υλοποίηση του γερμανικού σχεδίου επίθεσης Μπαρμπαρόσα ένα χρόνο αργότερα από την αρχική πρόβλεψη του ναζιστικού στρατιωτικού επιτελείου, καθώς και την ευθεία σύγκρουση μεταξύ ναζισμού και κομμουνισμού, ενώ η Ιαπωνία παρότι είχε υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης με την ΕΣΣΔ λίγους μήνες νωρίτερα, θεώρησε πως θα μπορούσε να επιτεθεί στα ρωσικά εδάφη, καθηλώνοντας έτσι με μια κίνηση "λαβίδα" το σοβιετικό στρατιωτικό επιτελείο, αντ' αυτού επέλεξε να τηρήσει το σύμφωνό της με την ΕΣΣΔ και να προβεί σε επίθεση μερικούς μήνες αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.



Η ρητορική και η θεωρία των δυο άκρων και η διαστρέβλωση της Ιστορίας, ως προϊόν ιδεολογικής ερμηνείας των γεγονότων

Πλέον πολλοί καλοθελητές μετά την λήξη του Β' παγκοσμίου πολέμου και μέχρι και στην μεταψυχροπολεμική εποχή, χρησιμοποιούν την ύπαρξη αυτού του συμφώνου καθώς και την προσωπικότητα του Στάλιν και του Χίτλερ, προκειμένου να εξισώσουν τον ιδεολογικό πυρήνα του κομμουνισμού με τον ναζισμό καθώς και την παρουσίαση των ιδιαίτερων στρατηγικών επιλογών που καθόρισαν το ανατολικό μέτωπο του πολέμου καθώς και μεγάλο μέρος της συνολικής έκβασης του, ως μια τυχαία συγκυρία που δημιουργήθηκε λόγω μερικών λανθασμένων αποφάσεων. Η απουσία των βασικών ιστορικών επιχειρημάτων καθώς και η έλλειψη της έκθεσης των πρωτογενών στοιχείων, αποδεικνύει ακριβώς τα ιδεολογικά και στρεβλωτικά κίνητρα που χρησιμοποιούνται για την ανάλυση των Ρωσογερμανικών και Γερμανοσοβιετικών σχέσεων εξ' ολοκλήρου με απώτερο σκοπό την εξύψωση των ηθικών αξιών της δυτικής διπλωματίας, η οποία ουκ ολίγες φορές δεν μεταχειρίστηκε με μακιαβελική ωμότητα ανθρώπους αλλά και κράτη ολόκληρα. 
Η έναρξη του ψυχρού πολέμου σχεδόν ταυτόχρονα με την λήξη του Β' παγκοσμίου πολέμου σηματοδότησε και την αλλαγή των αντιπάλων στο νέο αυτό παίγνιο για την απόκτηση παγκόσμιας ισχύος. Όχι μόνον ιδεολογικοπολιτικά αλλά και στρατιωτικά η είσοδος των πυρηνικών στην σκακιέρα καθώς και ο εκσυγχρονισμός των οικονομικών μέσων συνέβαλλε στην δραστική διάσπαση των πρώην συμμάχων και στον σχηματισμό δυο μεγάλων bloc, του δυτικού και του ανατολικού. Αυτό είχε ως λογικό αποτέλεσμα την αντιπαράθεση των δύο παγκόσμιων δυνάμεων και βέβαια την διαστρέβλωση στοιχείων και γεγονότων για λόγους προπαγάνδας και προσεταιρισμού περισσότερων συμμάχων στο κάθε στρατόπεδο. Όταν πλέον και η Γερμανία εισήλθε στο δυτικό στρατόπεδο(ως Δυτική Γερμανία), όντας χωρισμένη στα δύο, η αντισοβιετική προπαγάνδα κορυφώθηκε με χαρακτηριστικό γεγονός την επίσκεψη του προέδρου Ρήγκαν σε νεκροταφείο γερμανών αξιωματικών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την παράλληλη έκφραση του αποτροπιασμού του για τα εγκλήματα της Σοβιετικής Ένωσης στο Κάτυν το 1940 αλλά και για τις απάνθρωπες συνθήκες εγκλεισμού των αντιφρονόντουν στα Gulag.
Χωρίς να υπάρχει καμία πρόθεσης άφεσης ευθυνών για την ΕΣΣΔ, ο λόγος για τον οποίο πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τα αίτια του πολέμου, τους στρατηγικούς στόχους και τελικά να κρίνουμε την ιδεολογία αναφέρεται ακριβώς στην πολυεπίπεδη επιστημονική μελέτη, μακρία από ιδεοληπτικές διαστρεβλώσεις και ενδοκρατικά παίγνια εξουσίας.



Πηγές

1)Fraenkel, Ernst. 'German-Russian Relations Since 1918: From Brest-Litovsk To Moscow'. The Review of Politics 2, no. 01 (1940): 34.

2) Hitler, Adolf. Mein Kampf. Munich, 1934.

3) ο.π, σσ. 23-25

4) Mackinder, Halford. 'The Geographical Pivot Of History'. The Geographical Journal 23, no. 4 (1904): 424-436.

5)No. 619 403/213814-17,. Memorandum On The German-Russian Economic Negotiations. Berlin, 1939.

6) Roberts, Geoffrey. 'The Soviet Decision For A Pact With Nazi Germany'. Soviet Studies 44, no. 1 (1992): 57-78.

7) ο.π, σσ, 76,78

8)Fraenkel, Ernst. 'German-Russian Relations Since 1918: From Brest-Litovsk To Moscow'. The Review of Politics 2, no. 01 (1940): 34, σσ, 431-433

9) Hitler, Adolf. Mein Kampf. Munich, 1934. σσ, 33

10) Roberts, Geoffrey. 'The Soviet Decision For A Pact With Nazi Germany'. Soviet Studies 44, no. 1 (1992): 59-60
11) No. 619 403/213814-17,. Memorandum On The German-Russian Economic Negotiations. Berlin, 1939.

12) Treaty Of Nonaggression Between Germany And The Union Of Soviet Socialist Republics. Moscow, 1939.

13) Secret Additional Protocol. Moscow, 1939.


Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Από την Βιέννη στις Βρυξέλλες μέσα σε 200 χρόνια!

Μετά τα πολύ πρόσφατα γεγονότα που μας απασχόλησαν τις τελευταίες μέρες με την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και την διαμόρφωση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με το κόμμα των ΑΝ.ΕΛ, το ενδιαφέρον όλων μας στράφηκε προς τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ενώ, λοιπόν, είχα αφήσει το blog μου χωρίς ανάρτηση για σχεδόν 1 χρόνο, θεωρώ πως αυτή την στιγμή ήρθε η ώρα για μια ανάρτηση κυρίως πολιτικού χαρακτήρα που θα βρίσκει τα ερείσματά της στην Ιστορία. Ακριβώς όπως είναι και τ' όνομα του ιστολογίου, δηλαδή "History & Politics".
Οι πρόσφατες εξελίξεις μετά και την πρώτη φάση διαπραγμάτευσης μεταξύ του J. Dijsselbloem, ως προέδρου της ειδικής σύνθεσης του Eurogroup καθώς και του υπουργού οικονομικών της Ελλάδας, Γ. Βαρουφάκη, μας απέδειξαν δυο πράγματα. Αρχικά ότι η διαπραγμάτευση για το ελληνικό χρέος είναι μια δύσκολη και γεμάτη εμπόδια διαδικασία, αλλά παράλληλα μας έδειξε ότι η ευρύτερη διαπραγμάτευση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να γίνεται ολοένα και δυσκολότερη ενώ αφήνει λίγα περιθώρια αμφισβήτησης ή και αλλαγής της πορείας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος από τα μικρά κράτη. 
Πάντως σίγουρα η προοπτική μιας δημοκρατικής διακυβέρνησης όπως γράφουν οι συνθήκες, μοιάζει ν' απομακρύνεται και η Ευρωπαϊκή Ένωση να γίνεται έρμαιο της τυχαιότητας της οικονομίας και της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, η οποία αποκτά ολοένα και πιο επιθετικό χαρακτήρα.
Σχολιάζοντας την Ιστορία, γιατί όπως είπε και ο G. Santayana, "αυτός που δεν θυμάται την Ιστορία του, είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει", θυμηθήκαμε ένα μακρινό συνέδριο πρίν 2 αιώνες ακριβώς σε μια ακόμα ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, η οποία τότε βρισκόταν σε ακμή και δεν είναι άλλη απο την Βιέννη.  Πριν 200 χρόνια,λοιπόν, κάπου μέσα σ' αυτές τις ημέρες ξεκινούσε μια νέα σελίδα για τα ευρωπαϊκά ζητήματα. Ήταν μια σειρά συνεδρίων που θα διαμόρφωναν καθοριστικά τα πράγματα στην ευρωπαϊκή ήπειρο για τον υπόλοιπο αιώνα και γι' αυτό η Ευρώπη των νικητών "είχε βάλει τα καλά της" Για να μην εξιστορώ μια ,λίγο ως πολύ, γνωστή σε όλους μας ιστορία από το 1815, αυτό που είδαμε τότε ήταν η διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής συμμαχίας κρατικών οντοτήτων-αυτοκρατοριών, ενός ευρωπαϊκού κονσέρτου αν θέλετε, που διακήρυττε την μοναδικότητά ως προς τους ιερούς σκοπούς του, όπου και μάλιστα επιδίωκε να διαφυλάξει την μοναδικότητά του μέσω της αρχής της νομιμότητας των κρατών, καθώς εξασφάλιζε την σταθερότητα και την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου από τους βάρβαρους ξένους αλλά και τους φιλόδοξους αποσχιστές, οι οποίοι θα επιθυμούσαν διακαώς τον διαμελισμό των αυτοκρατοριών[2].
Σήμερα μετά από πολλούς μετασχηματισμούς και ιστορικές αλλαγές τα ευρωπαϊκά κράτη αποφάσισαν να ξεκινήσουν το κοινό ευρωπαϊκό όραμα βασισμένο πλέον σε κοινούς θεσμούς και αξίες. Το προοίμιο της Συνθήκης της Λισσαβώνας καθώς και το άρθρο 2 της ΣΕΕ κάνουν λόγο για "Ένωση βασισμένη στις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου, της Δημοκρατίας, της ελευθερίας λόγου[...]", επιδιώκοντας να δώσουν μια νέα διάσταση ενοποίησης και ολοκλήρωσης στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Αυτή η Ένωση, η οποία ως τέτοια αριθμεί περί τα 22 χρόνια και ως Κοινότητα, περίπου μισό αιώνα, βρίσκεται σε φάση διαπραγματεύσεων και συνεχούς διαμόρφωσης, όπως μαθαίνουν και οι φοιτητές των ευρωπαϊκών θεμάτων αλλά όπως βιώνουμε όλοι μας μέσα από τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και όπως είναι λογικό όταν θέτει ως θεμέλιο λίθο την Δημοκρατία και τον διάλογο μεταξύ των κρατών και των λαών.
Αν η σημερινή Ένωση και αυτοί που έχουν βρεθεί στα ηνία της θεωρούν, πως δεν υφίσταται καμία διαπραγμάτευση προς αναδιαμόρφωση της Ένωσης και τελεολογικά αποδέχονται, πως αυτό το sui generis μόρφωμα, προχωράει με δικούς του ρυθμούς προς μια ασαφή τελική μορφή και δεν δύναται να υπάρξει "δημοκρατική επιλογή απέναντι στις ευρωπαϊκές συνθήκες"[2], όπως σκωπτικά δήλωσε ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του ανώτερου υπερεθνικού, διοικητικού οργάνου της ΕΕ, κ. Γιουνκέρ, τότε τα τινά για την υπόθεση της ολοκλήρωσης είναι δυο.
Το πρώτο αφορά την αποτυχία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος όπως το ξέραμε, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους(πχ ανίκανες ηγεσίες, σωρεία λανθασμένων αποφάσεων, καταδυνάστευση της δημόσιας σφαίρας την τελευταία δεκαετία από τεχνοκρατικά ιδεολογήματα κλπ), τ' οποίο βέβαια μάλλον είναι αρκετά κοντόφθαλμο ως συνολική διαπίστωση για την σημερινή κατάσταση της Ένωσης.
Το δεύτερο, τ' οποίο έρχεται και σε συνάρτηση με το νόημα της πρώτης παραγράφου της παρούσας ανάρτησης αφορά την διαμόρφωση ενός μορφώματος, τ' οποίο μετά την λήξη του Β' παγκοσμίου πολέμου, εξυπηρέτησε τους ταχύτατα καταρρέοντες ισχυρούς της Ευρωπαϊκής σκακιέρας να ανακτήσουν εως έναν βαθμό την ισχύ τους και υπό την ομπρέλα της αμερικανικής ασφάλειας και ενωμένοι πλέον, να επαναδιεκδικήσουν την θέση τους στο διεθνές γίγνεσθαι. Ενώ συνολικά αυτό τ' οποίο γίνεται σήμερα θυμίζει την διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού Κονσέρτου ισχυρών, του οποίου οι σκοποί του και τα μέσα του δεν δύνανται ν' αλλάξουν, επικαλούμενοι ξανά την σταθερότητα και την ασφάλεια μέσα σ'έναν πολυπολικό κόσμο υψηλού ανταγωνισμού ενώ οι πλέον αδύνατοι θα θυμίζουν εξαρτημένες αποικίες-εντολοδόχους των ισχυρών, καθώς ο λόγος τους στην διαδικασία της ολοκλήρωσης δεν θα μετράει επειδή θα ισχύει αυτό που είπε με λόγια ο πρόεδρος της Επιτροπής και κάνουν με πράξεις οι ισχυροί τα τελευταία χρόνια.
Και αυτό, νομίζω, απέχει πολύ από το κοινό ευρωπαϊκό όνειρο, τ' οποίο πολλοί αποζητούν και επιδιώκουν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. 
Αν όμως η διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προχωράει προς την κατεύθυνση μιας νέας διεθνούς νομιμότητας, η οποία δεν μπορεί ν' αλλάξει, όχι στ' όνομα του θεού αυτήν την φορά, αλλά στ' όνομα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τότε και βέβαια οι ευρωπαϊκοί λαοί και θα διαφωνήσουμε και θ' αντιταχθούμε! 
Κανένας δεν φαίνεται να ζήτησε όμως την αναβίωση μιας Ιεράς συμμαχίας με άλλο προσωπείο και όνομα. Και ούτε πέρασαν 200 χρόνια ανθρώπινης ιστορίας για να γυρίσουμε στην ίδια μορφή παιγνίου αλλά με άλλους όρους.

Η αλήθεια είναι σκληρή και ξέρουμε πως αν δεν διαχειριστούν με την δέουσα προσοχή αυτήν την κατάσταση οι ηγέτες της ΕΕ, θα βρεθούν στην ίδια θέση που βρέθηκαν και οι ηγέτες του Ευρωπαϊκού Κονσέρτου αλλά και σε διάσταση μεταξύ τους.
Ήδη η Γαλλία φαίνεται να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο και να τάσσεται αντιευρωπαϊκά υποστηρίζοντας το FN, της Μ. Le Pen. Τ' αποσχιστικά κινήματα έχουν κ' αυτά αρχίσει ν' αναζοπυρώνονται με βασικότερο αυτό της Καταλονίας που φαίνεται να προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες από τον Νοέμβριο του 2014. 

Η Ευρώπη βρίσκεται μέσα στο ιστορικό σταυροδρόμι και πλέον η "νέα Βιέννη" δείχνει ν' αντιδρά σπασμωδικά εμπρός σ' αυτές τις εξελίξεις.


Πηγές:



[1]Pares.mcu.es, 'The Vienna Congress (1814-1815)', last modified 2015, accessed January 31, 2015, http://pares.mcu.es/Bicentenarios/portal/en/CongresoDeViena.html.(Για την αρχή της Νομιμότητας και το Συνέδριο της Βιέννης)

[2]'Juncker Dit « Non » À La Grèce Et Menace La France', 2015, accessed January 31, 2015, http://www.politis.fr/Juncker-dit-non-a-la-Grece-et,29890.html.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Επιστροφή στην ενεργό δράση

Το blog, όπως φαίνεται και από την ημερομηνία τελευταίας δημοσίευσης έχει μείνει ανενεργό λόγω φόρτου εργασίας, παρουσιάσεων και δημοσιεύσεων στον πανεπιστημιακό χώρο. Αναμένεται όμως σύντομα η επιστροφή στην ενεργό δράση μετά και την διακοπή για το νέο έτος, με καινούργιες δημοσιεύσεις, νέου ενδιαφέροντος καθώς και καινούργιες μεθοδολογικές προσεγγίσεις!

Μείνετε συντονισμένοι!

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Ο πόλεμος της Κριμάιας. Η μάχη της εξόδου στην Ανατολική μεσόγειο και η εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων(1853-1856).

Μετά τα πρόσφατα γεγονότα στην χερσόνησο της Κριμαίας και την επαναπροσάρτηση της στην Ρώσικη ομοσπονδία ως μια ακόμα περιφέρεια, είναι λογικό να θυμηθούμε τον μεγάλο πόλεμο που έγινε στην περιοχή αυτή εκατόν εξήντα ένα χρόνια πρίν και ενεπλάκησαν οι δύο  Παγκόσμιες δυνάμεις της περιόδου(Μ. Βρετανία-Ρωσία) καθώς και δυο μεγάλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Οθωμανική αυτοκρατορία, για λόγους τους οποίους θα συναντήσουμε ακόμα και στην διένεξη του 2014. Σαφώς, βέβαια η ύπαρξη του Ανατολικού ζητήματος και της παρουσίας της Τουρκίας σ'ευρωπαϊκά εδάφη σηματοδοτεί έναν διαφορετικό χαρακτήρα αιτίων που θα οδηγήσουν στον Κριμαϊκό πόλεμο του 1853 και θ' αποτελέσει την δεύτερη μεγαλύτερη σύγκρουση του 19ου αιώνα(πίσω απο τους ναπολεόντειους πολέμους) εώς και την μεγαλύτερη για κάποιους ιστορικούς λόγω των τεχνολογικών καινοτομιών που εισήχθησαν κυρίως απο την πλευρά των Άγγλων.[1]

Πραγματικά τα αίτια του Κριμαϊκού πολέμου μπορούν να διακριθούν σε 2 βασικές κατηγορίες, τα γεωστρατηγικά και αυτά που αφορούν τον ηγεμονικό-αντιηγεμονικό χαρακτήρα των Παγκόσμιων δυνάμεων.[2] Αρχικα ας ξεκινήσουμε την δεύτερη κατηγορία αιτίων, καθώς δεν αξιολογώ με την ιεραρχησή που έκανα, την σημαντικότητα τους. Όσο αφορά τα αίτια που αφορούν τον ηγεμονισμό θα αναφερθεί εκτενώς η σύγκρουση μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας για παγκόσμια ηγεμονία καθώς και την προσπάθειά τους να επιβληθούν στα επι μέρους συστήματα ισχύος προκειμένου να διασφαλίσουν την γενική τους θέση στο διεθνές σύστημα. Ήδη οι δυο Μεγάλες Δυνάμεις είχαν σχετικές αψιμαχίες απο την περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων, που όπως αναφέραμε απο τις προηγούμενες αναρτήσεις αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα εξελίξεων και για το Ανατολικό ζήτημα, ενώ οι Ρώσοι είχαν συμφωνήσει να συμμετάσχουν στο Ηπειρωτικό σύστημα το 1806, γεγονός που εξασθενούσε την Βρετανική οικονομία. Ακόμα περισσότερο, σημαντικές ναυτικές συγκρούσεις σημειωθήκαν μεταξύ των ετών 1806-9, όπου και το βρετανικό ναυτικό, όντας ανώτερο επικράτησε στις περισσότερες.[3] Πραγματικά, μετά και το συνέδριο της Βιέννης, ενώ είχαμε να δούμε για 35 χρόνια μεγάλο πόλεμο μεταξύ των σημαντικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, η έκρηξη του Ανατολικού Ζητήματος, ο σαφής συσχετισμός του τελευταίου με τον ρώσικο επεκτατισμό αλλά και η υποχώρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στα ασιατικά της εδάφη, έφεραν στο προσκήνιο τις δύο μεγάλες δυνάμεις.
Είναι σημαντικό ν' αναφερθεί, πως κατά την περίοδο αυτήν παρατηρείται μια κούρσα εξοπλισμών μεταξύ Ρωσίας-Βρετανίας σε συμβατικά μέσα, η οποία θα φανερώσει πως οι δύο ισχυροί παγκόσμιοι ηγεμόνες επιζητούν την κυριαρχία και τον έλεγχο σε σημαντικά ευρωπαϊκά ζητήματα. Μάλιστα, στην Βουλή των Κοινοτήτων, ήδη θ' αναφερθεί πως είναι αδύνατον να απεμπολιστούν οι εξοπλισμοί την στιγμή μάλιστα που η Ρωσία αποζητά την εκμετάλλευση της Οθωμανικής παρακμής.[4]
Σε σχέση, τώρα, με τις πολιτικές προσωπικότητες της περιόδου έχουμε να δούμε απο την πλευρά της Ρωσίας τον τσάρο Νικόλαο τον α', μια φιλόδοξη φιγούρα, με αντιδραστικές πεποιθήσεις και σαφώς υπέρ του οράματος του Πανσλαβισμού. Οι βλέψεις του τσάρου είναι ηγεμονικές και θα έρθουν σ' αντίθεση με την ηγεμονία που θα προβάλλει και ο Λόρδος Πάλμερστον, ένας σκληροπυρηνικός βρετανός συντηρητικός που πιστεύει στην "ευεργετική" επίδραση του πολέμου στις διεθνείς σχέσεις και στα διεθνή ζητήματα.
Αυτή η προσέγγιση μας δείχνει τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα των αιτίων που θα οδηγήσουν στον Κριμαϊκό Πόλεμο καθώς πέραν των ιδιομορφιών του συστήματος ισχύος, της αναμενόμενης κούρσας εξοπλισμών έχουμε και τις προσωπικότητες που θα διαδραματίσουν εναν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του πολέμου.
Βέβαια, θα πρέπει ν' αναφέρουμε και την ανάμειξη της Γαλλίας στην σύγκρουση, που με ιδιαίτερα φιλόδοξο αναθεωρητισμό, προβάλλει το αίτημα εκμετάλλευσης των Αγίων Τόπων απο καθολικούς ενώ παράλληλα επιθυμεί να επαναφερθεί στο προσκήνιο ως παγκόσμια σεβαστή δύναμη.[5] Η ανάμειξη της Γαλλίας σε καμία περίπτωση, βέβαια, δεν θα συγκριθεί με την Βρετανική επιθυμία για πόλεμο καθώς όπως θα δούμε και στην δεύτερη κατηγορία αιτίων, μεσολαβεί η έξοδος στην Ανατολική Μεσόγειο και ο έλεγχος του σημαντικότατου εμπορικού περάσματος του Σουέζ, με τ' οποίο τροφοδοτείται η μητρόπολη της Βρετανικής αυτοκρατορίας με φτηνές πρώτες ύλες απο τις Ινδίες.[6]
Στην δεύτερη κατηγορία αιτίων, θα εξετάσουμε προσεκτικά την γεωστρατηγική σημαντικότητα των αιτίων που οδήγησαν στον πόλεμο της Κριμαίας. Η προαναφερθείσα επιθυμία για έξοδο στην Ανατολική Μεσόγειο, ο έλεγχος των εμπορικών στενών αλλά και η ασφάλεια των παραδουνάβιων περιοχών θα είναι μερικά σημαντικά αίτια για την εξέλιξη του πολέμου της Κριμαίας.
Για τους Βρετανούς η έξοδος στην Ανατολική μεσόγειο θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική τους καθώς η εξασφάλιση της περιοχής αυτής υπό τον πλήρη έλεγχό τους, αποτελεί πρώτιστο ζήτημα για την τροφοδότηση της Βρετανίας με πρώτες ύλες και φτηνά προϊόντα και παράλληλα την βιωσιμότητα των εμπορικών δραστηριοτήτων της εταιρείας των ανατολικών ινδιών. Η σημασία της ανατολικής μεσογείου είναι φανερή και απο την περίπτωση της Ελλάδας καθώς οι στόλοι Αγγλίας, Ρωσίας και της Γαλλίας επιθυμούν να βρεθούν και να ελέγξουν αυτό το νευραλγικό σημείο απο το 1827.[7]
Επιπρόσθετα, ο αναθεωρητικός χαρακτήρας της ρώσικης εξωτερικής πολιτικής θα φανεί και απο τις διακηρύξεις του Αλεξάνδρου Μενσίκοφ, απεσταλμένου της Πετρούπολης στην Υψηλή Πύλη το 1852. Η Ρωσία, αντιλαμβανόμενη το μέγεθός της, αλλά και την ισχύ της επιθυμεί κάτι περισσότερο απο τον έλεγχο των χερσαίων περιοχών της Σιβηρίας και της Ανατολικής Ρωσίας. Ο μεγάλος στόχος είναι η διπλή θαλάσσια έξοδος και ακόμα περισσότερο η απόκτηση υπερπόντιων αποικιών.[8]
Αυτός ο αναθεωρητισμός θα θορυβήσει τις περισσότερες ηπειρωτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Αυστρία ή και η Πρωσία που θα αποζητήσουν τον έλεγχο της Ρώσικης επέκταστης πριν να γίνει επικίνδυνη για τα ζωτικά εθνικά τους συμφέροντα. Αυτό θα αποδειχθεί και απο την Αυστροπρώσικη συνθήκη άμυνας και ασφάλειας του 1852, που εξηγούσε πως και οι δύο χώρες αμοιβαία θα αμύνονταν σε περίπτωση που η Ρωσία εισερχόταν στα εδάφη του Δούναβη.
Εν τέλει, ο συγκερασμός των δύο κατηγοριών αυτών των αιτίων θα οδηγήσει στην έκρηξη του Κριμαϊκού Πολέμου και στην εμπλοκή των δύο δυτικών δυνάμεων, Βρετανίας και Γαλλίας, τον Ιανουάριο του 1854.
Για πολλούς ιστορικούς, ο πόλεμος αυτός και οι συνέπειές του θα έχουν σημαντικό αντίκρυσμα για τον υπόλοιπο μισό αιώνα αλλά και για τις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Αφ' ενός πέραν του οτι θα είναι η πρώτη, μοναδική και τελευταία φορά που οι Βρετανοί και οι Ρώσοι θα συγκρουστούν θα δείξει και πολλά ακόμα πράγματα συμπεριλαμβανομένων σημαντικών ευρωπαϊκών εξελίξεων. Αφ' ετέρου, θα αποτελέσει σημείο καμπής της σύγχρονης μορφής πολέμου και των τεχνολογιών, όπως η εκτενής χρήση του τηλέγραφου αλλά και των ισχυρότερων ατμοκίνητων καραβιών.[9]
Στο διπλωματικό όμως πεδίο, θα φέρει την Γαλλία ξανά στο προσκήνιο, καθώς θα εμπλακεί σ'έναν ακόμα ευρωπαϊκό πόλεμο, αργότερα το 1870, εναντίον της Πρωσίας του Βισμαρκ, με δραματικές τις επακόλουθες γι΄αυτήν συνέπειες αλλά θα αποδεχτεί ακόμα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Ευρωπαϊκό Κονσέρτο δυνάμεων με την υπογραφή της συνθήκης των Παρισίων του 1856.[10] 
Ακόμα περισσότερο, σε σχέση και με τα πρόσφατα γεγονότα φαίνεται η σημασία της προστασίας του στόλου της μαύρης θάλασσας και της εξόδου της Ρωσίας στην θάλασσα αυτή, κατάσταση που αντικατοπτρίζει το ζωτικό εθνικό συμφέρον της απο τα χρόνια της Μεγάλης Αικατερίνης.
Σίγουρα, λοιπόν, ο Κριμαϊκός πόλεμος αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός υψηλής σημασίας, καθώς με την μελέτη του αντιλαμβανόμαστε ποιά η αξία της χερσονήσου της Κριμαίας για την Ρωσία σήμερα καθώς και τους λόγους για τους οποίους εντάθηκε η κρίση μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας(Θα λέγαμε πως στον ρόλο της Αμερικής τον κατείχε η Βρετανία και τον ρόλο της ΕΕ κατείχε η Γαλλία).
Αυτή, λοιπόν η μελέτη, μπορεί να μας οδηγήσει στην εξαγωγή όχι μόνο χρήσιμων συμπερασμάτων για το παρελθόν αλλά και ζωτικών πληροφοριών για την τωρινή κατάσταση και τον ανταγωνισμό μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας.


Πηγές
  1. Historytoday.com, (2014). The Crimean War Begins | History Today. [online] Available at: http://www.historytoday.com/richard-cavendish/crimean-war-begins [Accessed 30 Apr. 2014].
  2. Κολλιόπουλος, Ι. (2001). Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία. 6th ed. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ, pp.197-200.
  3. Taylor, A. (1954). The struggle for mastery in Europe, 1848-1918. 1st ed. Oxford: Clarendon Press, pp.62-65.
  4. Λάσκαρις, Μ. (1977). Το Ανατολικός Ζήτημα 1800-1923. 1st ed. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, pp.108-112.
  5. Taylor, A. (1954). The struggle for mastery in Europe, 1848-1918. 1st ed. Oxford: Clarendon Press, pp. 67
  6.  Λάσκαρις, Μ. (1977). Το Ανατολικός Ζήτημα 1800-1923. 1st ed. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, pp. 117.
  7.  The Times — Lord Palmerston defends the aristocracy and his administration. (2014).
  8.  Waltz, K. (1959). Man, the state, and war. 1st ed. New York: Columbia University Press.
  9. Rath, A. (2011). The Global dimensions of Britain's and France's Crimean war naval campaigns against Russia, 1854-1856. Ph.D. McGill University, Montreal.
  10. Bull, H. (1977). The anarchical society. 1st ed. New York: Columbia University Press, pp.30-36.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Η δεύτερη φάση του Ανατολικού ζητήματος και η συμβολή του στην ανάδειξη μια νέας γενικής ισορροπίας ισχύος(1815-1830)

Στην προηγούμενη ανάρτηση ανέλυσα την ουσία της ανάδειξης του ανατολικού ζητήματος εντός του 18ου αιώνα αλλά και την πρώτη φάση του, που πυροδοτείται απο την σέρβικη εξεγερση του 1804. Σ' αυτήν την ανάρτηση θ' ασχοληθώ με την δεύτερη φάση του ανατολικού ζητήματος, την σπουδαιότητα της εθνικής επανάστασης(που αποτελεί μέρος της νεωτερικής φάσης της ιστορικής περιόδου που διανύουμε) αλλά και της ανάδειξης μιας νέας γενικής ισορροπίας ισχύος, η οποία θα επηρεαστεί απο την ύπαρξη του ανατολικού ζητήματος και την υποχώρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αυστηρά στα ασιατικά της εδάφη.
 Αρχικά η σέρβικη εξέγερση του 1804 υπό τις δυνάμεις του Μίλος Οβρένοβιτς θα φέρει μια πρώτη αναταραχή στην Οθωμανική αυτοκρατορία και θα φανερώσει τα τρωτά της σημεία, χωρίς όμως να φέρει την ανεξαρτησία της Σερβίας[1]. Οι λόγοι για τους οποίους συνέβη αυτό είναι πολλοί και έχουν πολυπαραγοντικό χαρακτήρά. Αρχικά η ιστορική περίοδος στο γενικό πεδίο ισχύος επισκιάζεται απο τους Ναπολεόντειους πολέμους, τ' οποίο σημαίνει πως οι Μεγάλες Δυνάμεις είναι απορροφημένες στην αντιμετώπιση των ναπολεόντειων αυτοκρατορικών αξιώσεων και δεν μπορούν να καταπνίξουν μια εθνική εξέγερση. Αυτό είχε διπλό αντίκτυπο για την Σερβία, δηλαδή μια θετική και μια αρνητική επίδραση. Η θετική επίδραση ήταν η απουσία του ρυθμιστικού πλαισίου της αρχής της διεθνούς νομιμότητας(εμπνευστής ο Καγκελάριος Μέττερνιχ), που άφηνε ανοιχτό το πεδίο για εθνικοαπελευθερωτικές εξεγέρσεις. Αντιθέτως η αρνητική ήταν η σύναψη ειρήνης της Ρώσικης αυτοκρατορίας με τους Οθωμανούς προκειμένου ν' ανταπεξέλθουν στην γαλλική επέλαση, εξέλιξη που άφησε τους Σέρβους αφύλακτους στην ισχύ των οθωμανών, μ' αποτέλεσμα και την συντριβή της εξέγερσης[2]. Αυτές οι εξελίξεις έδωσαν την ώθηση για την αμφισβήτηση της ισορροπίας ισχύος του συστήματος Μέττερνιχ, οι οποίες θα προκαλέσουν έντονες ρωγμές όταν και η Ελληνική επανάσταση του 1821 θα οδηγήσει στην δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830 με το Πρωτόκολλο ανεξαρτησίας του Λονδίνου το 1830.
Στα θέματα της ισορροπίας ισχύος τώρα είναι αντιληπτό οτι οι επι μέρους, τοπικές επαναστάσεις θα προκαλέσουν ανισορροπία στο περιφερειακό πεδίο και σίγουρα θα οδηγήσουν σ' αναθεώρηση των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, όπως και πραγματικά έγινε με τα νέα στρατηγικά δόγματα Ρωσίας και Βρετανίας επί του Ανατολικού ζητήματος. Σίγουρα όμως η δεύτερη φάση του Ανατολικού ζητήματος είναι άμεσα συνυφασμένη με τις νεοδιαμορφούμενες ισορροπιες στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, κυρίως στην δεύτερη περιοχή καθώς εκεί έχουμε εθνότητες με δυναμικά εθνικά αιτήματα και αυξημένο βαθμό συνειδητοποίησης[3]. Ακόμα περισσότερο, επανερχόμενοι στην γενική ισορροπία ισχύος θα δούμε την αυξανόμενη συμμετοχή της Γαλλίας στα διεθνοπολιτικά ζητήματα της περιόδου, μέχρι βέβαια να έρθει το 1848 και η δυναμική της επιστροφή στο διεθνές προσκήνιο[4].
Αυτό που μένει να δούμε και θα ερευνήσουμε στις επόμενες αναρτήσεις είναι πλέον τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή διεθνή κοινωνία και την κατάρρευση αυτής με την λήξη του Α' παγκοσμίου πολέμου, που θ' αφιερώσουμε ειδικές αναρτήσεις καθώς φέτος συμπληρώνονται 100 έτη απο την έναρξη του. Σίγουρα όμως η σημασία του Ανατολικού ζητήματος είναι μεγάλη και θα το ξανασυναντήσουμε στην φάση των εθνικών επεκτάσεων των Βαλκανικών κρατών με τους Βαλκανικούς πολέμους στις αρχές τους 20ου αιώνα.


Πηγές
  1.  Λάσκαρης, Μ. 1978. Το Ανατολικόν Ζήτημα. Θεσσαλονική: Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, pp.34-40.
  2. Schroeder, P. W. 1986. The 19th-Century International System: Changes in the Structure. World Politics, 39 (1), pp. 1--26.
  3.  Bull, H. 2002. The anarchical society. New York: Columbia University Press.pp 130-136.
  4.  Taylor, A. J. P. 1954. The struggle for mastery in Europe, 1848-1918. Oxford: Clarendon Press, pp. xx-xxii.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Το Ανατολικό ζήτημα ως θέμα διεθνούς διπλωματίας και ανάδειξης μιας νέας γενικής ισορροπίας ισχύος(Περίοδος 1774-1815)

Στην πρώτη επίσημη ανάρτηση ασχοληθήκαμε με την απαρχή της έννοιας της εθνικής στρατηγικής εντός του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος και κυρίως με τα δυτικά κράτη που αποτέλεσαν και τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Στην παρούσα ανάρτηση θ' απασχοληθούμε έντονα με το σπουδαίο ιστορικό και διεθνολογικού ενδιαφέροντος Ανατολικό ζήτημα(Eastern Question).
Βέβαια το Ανατολικό ζήτημα δεν είναι δυνατόν ν' αναλυθεί μόνον σε μία ανάρτηση καθώς αποτελεί θεματική που απασχόλησε και απασχολεί ιστορικούς και πολιτικούς αναλυτές μέχρι και σήμερα. Γι' αυτό θα ασχοληθούμε κυρίως με τον στενότερο όρο του Ανατολικού ζητήματος, όπως αναφέρει και ο Μ. Λάσκαρις στο ομώνυμο βιβλίο του χρησιμοποιώντας τον ορισμό του ιστορικού Μίλλερ που αναφέρει πως τ' Ανατολικό Ζήτημα είναι "η διπλωματική πάλη των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που διεξήχθη πρωτίστως δια την Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν και περί το πρόβλημα διαδοχής των Οσμανίδων την ημέραν καθ' ήν θα κατέρεεν οριστικώς η εν Ευρώπη κυριαρχία των"(Μίλλερ, 1976).
Αυτός ο ορισμός, αποτελεί μια πολύ σημαντική διατύπωση και μας παρέχει  τον κεντρικό ιστορικό άξονα της ανάλυσής μας. Δηλαδή την υποχώρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απο την Ευρωπαϊκή ήπειρο και την διαμάχη των δυτικών ευρωπαϊκών κρατών ως προς την διαμόρφωση των Βαλκανικών κρατών και του υποσυστήματος των βαλκανίων, τ'οποίο θα παίξει σημαίνοντα ρόλο στις εξελίξεις της Ευρωπαϊκής Ιστορίας καθώς τόσο στην γενική ισορροπία ισχύος(πχ ο ανταγωνισμός Μ.Βρετανίας και Ρωσίας για επέκταση στην Ανατολική μεσόγειο θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στην ισορροπία ισχύος του 19ου αιώνα), όσο και στις τοπικές ισορροπίες ισχύος(πχ η ανάδειξη των ελληνοτουρκικών διαφορών καθώς και η σύγκρουση των βαλκανικών κρατών για την έξοδο στην θάλασσα του Αιγαίου πελάγους αποτέλεσαν και αποτελούν ακόμα σημαντικό ζήτημα).
Σαν διπλωματικός όρος, το Ανατολικό ζήτημα θα εμφανιστεί στις αρχές του 19ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα το 1822 στο συνέδριο της Βερόνας. Θ' αποτελέσει πλέον ενα ζήτημα που θ' απασχολήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις για έναν και πλέον αιώνα. Η de facto κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μας οδηγεί σε μια ειδική ανάλυση του Ανατολικού ζητήματος ξεκινώντας απο βασικες πτυχές και φάσεις του, όπως θα δούμε σ'αυτήν αλλά και στην επόμενη ανάρτηση.
Αρχικά η ανάλυση μας εστιάζει στο Ανατολικό ζήτημα καθαυτό. Η σταδιακή πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απο το 1683 και την δεύτερη αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης, η υπογραφή της συνθήκης τους Κάρλοβιτς το 1699 αλλά και η μεταγενέστερη ανάδειξη της Ρώσικης αυτοκρατορίας ως δύναμης ικανής να διεκδικήσει την έξοδό της στην Ανατολική μεσόγειο, αποτέλεσαν τα βασικά σημεία που θα φέρουν σταδιακά το Ανατολικό ζήτημα στο προσκήνιο.
Παρ'όλες αυτές τις αναγκαίες συνθήκες, παρατηρείται παράλληλα και μια πολύ σπουδαία αλλαγή που έχει τις ρίζες της στην γαλλική επανάσταση και στην απαρχή των εθνικών διεκδικήσεων(θέμα που αναλύσαμε στην περασμένη ανάρτηση). Αυτή η έλευση του εθνικισμού και της εθνικής ταυτότητας, θ' αποτελέσει μια βασική αρχή που θ' ακολουθήσουν όπως θα δούμε οι Βαλκανικοί λαοί προκειμένου να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους απο την παρακμάζουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, προκαλώντας παράλληλα το ενδιαφέρον των δυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων που θ' αποζητήσουν γεωπολιτικά κέρδη με την εμπλοκή τους στ' Ανατολικό ζήτημα.Οι βασικότεροι δρώντες που θα μας απασχολήσουν είναι η Ρωσία της Μεγάλης Αικατερίνης, η Βρετανία του Γεωργίου του 3ου ως ανερχόμενες παγκόσμιες δυνάμεις αλλά και η Αυστριακή αυτοκρατορία και η Γαλλία ως σημαντικές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Σκόπιμα θ' αναφερθεί τελευταία η Οθωμανική αυτοκρατορία καθώς αποτελεί ειδική περίπτωση και βασικό σημείο στην ιστορία του Ανατολικού ζητήματος.
Το χρονικό σημείο του 1780 αφορά τα γεγονότα μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774 και την περαιτέρω υποχώρηση της Οθωμανικής Τουρκίας απο την Ευρωπαϊκή ήπειρο και την αρχή της ρώσικης κυριαρχίας. Το 1782 η Αικατερίνη ζήτησε να δημιουργηθεί υπόμνημα για τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη και να δημιουργηθεί ελληνικό βασίλειο με πρωτεύουσα την Κων/πολη. Παρά αυτές τις κινήσεις της Ρωσικής αυτοκρατορίας, η Τουρκία της ξανακήρυξε τον πόλεμο το 1787 και απέφυγε την καταστροφή απο τον συνασπισμό Ρωσίας-Αυστρίας λόγω της γαλλικής επανάστασης και υποστήριξης  χωρίς όμως να γνωρίζει τις μελλοντικές εξελίξεις που έμελλαν ν' αφαιρέσουν τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά εδάφη της.
Η πιο σπουδαία εμπλοκή αυτής της ειδικής περιόδου μεταξύ του 1780-1815 είναι η σύνθετη ισορροπία ισχύος και οι διπλωματικοί συνδυασμοί που γίνονται προκειμένου να επιλυθούν τα ζητήματα της ευρωπαϊκής διεθνούς κοινωνίας καθώς και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων επι του Ανατολικού ζητήματος που έφεραν το 1798 τους Τούρκους και τους Ρώσους σε συμμαχία εναντίον των Γάλλων, πρώην συμμάχων των Οθωμανών όπως  και την όξυνση του Αγγλορωσικού ανταγωνισμού επι του Ζητήματος της Ανατολής(Λάσκαρις,1978).
Μετά όμως την επέκταση του Ναπολέοντος σε 3 μέτωπα(Δύση στην Μ.Βρετανία-Τραφάλγκαρ, Ανατολή στην Ρωσία-Πατριωτικός πόλεμος και Ανατολική μεσόγειο(Αίγυπτος)-επιθετική στάση απέναντι στις κτήσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι τα 1815) και την τελική κατάρρευση της Γαλλικής αυτοκρατορίας, το Ανατολικό ζήτημα παίρνει νέα τροπη και αρχίζει να επηρεάζει την γενική ισορροπία ισχύος των Μεγάλων δυνάμεων όπως επίσης θα διαμορφώσει επι μέρους, τοπικές ισορροπίες στο υποσύστημα των Βαλκανίων.
Απο την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας παρατηρούμε έμφαση σε μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική συμφέροντος απέναντι στην Οθ. αυτοκρατορία
Είναι κατανοητό βέβαια πως τα παιχνίδια ισχύος και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, ειδικά της Γαλλίας που βιώνει μια συστημική μετάβαση, θα αλλάξουν πολλές φορές την στάση τους απέναντι στην Τουρκία και στο ανατολικό ζήτημα.
Απο την οπτική των Μεγάλων δυνάμεων βλέπουμε λοιπόν μια συνεχή μεταβολή εξωτερικής πολιτικής και παιχνιδια ισχύος απέναντι στον "Μεγάλο ασθενή"(η ονομασία της Οθ. αυτοκρατορίας απο την διπλωματία του 19ου αιώνα), αλλά μια διαφορετική στάση στα βαλκανικά έθνη, τα οποία δεν έχουν ακόμα κράτος, αλλιώς και αποκαλούμενα "Έθνη χώρις κράτη".
Το 1804 ξεκινάει το λεγόμενο Σέρβικο ζήτημα, που αφορά την ανεξαρτησία του Βελιγραδίου απο την Οθωμανική κυριαρχία και έχει διττό χαρακτήρα. Αφ'ενός το σέρβικο έθνος με ικανές προοπτικές ανατροπής του καθεστώτος εποφθαλμιά στις εσωτερικές τριβές της Οθωμανικής διοίκησης που αντιμετωπίζει φανερά προβλήματα και αφ'ετέρου οι εσωτερικοί τριγμοί και οι διαμάχες για την εξουσία ανάμεσα στην Πύλη και στους διοικητές των γενίτσαρων. Το σέρβικο ζήτημα, βέβαια, αντιμετωπίζεται χωρίς ιδιαίτερο φόβο απο τις ευρωπαϊκές δυνάμεις λόγω της απορρόφησης τους απο τους ναπολεόντειους πολέμους και ιδιαίτερα λόγω της επέμβασης του Ναπολέοντος στην Αίγυπτο, πράγμα που κλόνισε τους Τούρκους και τους ανάγκασε να στραφούν εναντίον των πρώην συμμάχων τους αφήνοντας παράλληλα χώρο στην εκδήλωση εξεγέρσεων στο Βελιγράδι.
 Η ουσία αυτής της περιόδου είναι η αλλαγή της ισορροπίας ισχύος σε γενικό επίπεδο μεταξύ των παγκοσμίων δυνάμεων που αυτή την περίοδο μάχονται εναντίον της εξαπλούμενης ισχύος της Ναπολεόντειας αυτοκρατορίας αλλά τόσο οι μελλοντικές συνθήκες αλλαγής στο τοπικό υποσύστημα των Βαλκανίων που θα μας απασχολήσει στην δεύτερη ανάρτηση σχετικά με το ανατολικό ζήτημα όπου θ' ασχοληθούμε εκτενώς με την εκδήλωση του σέρβικου και του ελληνικού εθνικισμού όπως επίσης και με την εμπλοκή των Μεγάλων δυνάμεων μετά το 1815 και το συνέδριο της Βιέννης που θα φέρει μεγάλες αλλαγές στο διπλωματικό πεδίο και μέλλει να αναταράξει σημαντικά το Ανατολικό ζήτημα για τα επόμενα 100 χρόνια τουλάχιστον.



Πηγές
  1. "The Great Powers and the "Eastern Question" The Great Powers and the "Eastern Question" Web. 02 Jan. 2014.
  2. Bronza, Boro. "The Habsburg Monarchy and the Project of Division the Ottoman Balkans." Empires and Peninsulas: Southeastern Europe between Karlowitz and the Peace of Adrianople, 1699-1829. By Plamen Mitev. Berlin: Lit, 2010. 51-63. Print.
  3.  Λάσκαρις, Μιχάλης. ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ΖΗΤΗΜΑ 1800-1923. Θεσσαλονίκη: Π.Πουρνάρα, 1978. 
  4.  Bull, Hedley, Stanley Hoffmann, and Andrew Hurrell. "The Balance of Power." The Anarchical Society. New York: Columbia UP, 2002. 240-55.
  5.  Hudson, Andrew. "Eastern Question." Eastern Question. The Corner.org, 2 Feb. 2011. Web. 02 Jan. 2014.
"Ευρηματική φωτογραφία του 19ου αίωνα που αναπαριστά την Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία μπλεγμένες στο κουβάρι του ανατολικού ζητήματος"